Συχνά σε πολιτικές συζητήσεις για την κρίση, η κουβέντα καταλήγει στο εξής επιχείρημα: “Καλά, περιμένετε το πολιτικό σύστημα που μας έβαλε στην κρίση να μας βγάλει από αυτήν;”. Με άλλα λόγια, το ερώτημα που τίθεται είναι κατά πόσον είναι δυνατόν ένα πολιτικο σύστημα να προχωρήσει σε μεταρυθμίσεις οι οποίες θα σημάνουν τον θάνατο του πολιτικού προσωπικού που τις προωθεί. Μπορούν οι Έλληνες πολιτικοί να επιβλέψουν την πολιτική αυτοκτονία τους;
Ιστορικό ανάλογο πολιτικής αυτόκτονίας υπάρχει. Τον 18ο και το 19ο αιώνα οι Ευρωπαίοι μονάρχες αντιμετώπιζαν μία δυναμική και ανερχόμενη μεσαία τάξη, η οποία λόγω του αυξανόμενου της πλούτου, και ενδυναμωμένη ιδεολογικά από τα ιδανικά του διαφωτισμού, απαιτούσε ολοένα και περισσότερα πολιτικά δικαιώματα. Οι μονάρχες κατάλαβαν ότι αν δεν προχωρήσουν από μόνοι τους σε πολιτικές μεταρρύθμισεις, δίνοντας περισσότερα πολιτικά δικαιώματα στη αναδυόμενη τάξη και αναγνωρίζοντας σε πολιτικό επίπεδο την διαμορφούμενη κοινωνική και οικονομική πραγματικότητα, η πολιτική (και φύσικη σε πολλές περιπτώσεις) εξόντωση τους ήταν σίγουρη.
Φυσικά, το πρόβλημα σήμερα δεν είναι το ίδιο. Οι δυναμικές της κρίσης όμως παραμένουν οι ίδιες: έχουμε αναδιατασσόμενες κοινωνικές δυνάμες και ένα όλο και πιο ρευστό εκλογικό σώμα.
Είναι καταρχήν αληθές ότι χωρίς κρίσεις, ριζικές αλλαγές δεν γίνονται. Όταν κάτι λειτουργεί – έστω και με πολλά προβλήματα – αναπτύσσεται αδράνεια και κανείς δεν είναι διατεθιμένος να κάνει τομές και να θίξει συμφέροντα. Σε καιρούς κρίσης, αντιθέτως, οι πολιτικές τομές είναι καταρχήν εφικτές, καθώς η κρίση τις κάνει πιο ευκολα πραγματοποιήσιμες: η πολιτική βούληση έχει μικρότερο πολιτικό κόστος καθώς η κοινωνία διαπιστώνει ότι κάτι πρέπει να αλλάξει, γεγονός που την κάνει πιο δεκτική.
Παρόλο που είναι πιο εύκολες οι τομές, στην Ελλάδα δεν έχουν πραγματοποιηθεί γιατί προαπαιτείται σύκγρουση με τα συμφέροντα που εκπροσωπούν τα δίκτυα καθε λογής κρατικοδίαιτων αλλα και συγκεκριμένες ομάδες ιδιωτών. Αν τα δίκτυα αυτά τα οποία απολάμβανουν παροχές δυσανάλογες της προσφοράς τους ξηλωθούν, τότε και οι πολιτικοί με τους οποίους έχουν χτίσει σχέση συναλλαγής θα βρεθούν εκτός βουλής. Αν οι μεταρρυθμίσεις προχωρούσαν, οι πολιτικοί σχηματισμοί θα παρέμεναν αλλά η στελέχωσή τους και το πρόγραμμα τους – και συνεπώς οι ομάδες που εκπροσωπούν – θα άλλάζε άρδην. Γι’ αυτό οι πολιτικοί στηλώνουν τα πόδια. Δύο χρόνια τώρα αντί το κυβερνόν κόμμα να προχωρήσει σε τομές, απλώς φορολογεί τις συνήθεις ομάδες των μισθωτών, οι οποίες όντας πολιτικά ανοργάνωτες δεν μπορούν να ασκήσουν πιέσεις ανάλογου μεγέθους με εκείνες των δημοσίων υπαλλήλων. Η επιμονή της κυβέρνησης να μην συρρικνώνει το δημόσιο δείχνει ότι η πολιτική τάξη είναι σε άρνηση, και προσπαθεί ακόμα να διατηρήσει το σύστημα το οποίο μέχρι τώρα εξασφάλιζε την επιβίωση της.
Δυστυχώς, η στρατηγική αυτή έχει κοντά ποδάρια. Κατά πρώτο λόγο είναι αντι-δημοκρατική: φορολογούμαστε όλοι για να εκπροσωπούμαστε όλοι, ανεξαρτήτως πολιτικής ταυτότητας. Αντιθέτως, αυτό το οποίο συμβαίνει στην πράξη είναι να φορολογείται μία ομάδα για να στηρίζεται μία άλλη επειδη η πρωτη έχει “άκρες” ενώ η δεύτερη όχι. Ακόμα και έτσι, όμως, χρήματα δεν υπάρχουν, οπότε τα ρουσφέτια δεν μπορούν να συνεχιστούν. Ο ιδιωτικός τομέας δεν αντέχει άλλη φορολογία, ώστε να παραμένει απείραχτο το δημόσιο. Συνεπώς, η κυβέρνηση θα αναγκαστεί τελικά εκ των πραγμάτων να έρθει σε ρήξη με τον δημόσιο τομέα, χωρίς όμως να έχει φροντίσει να δημιουργήσει καινούριες συμμαχίες με τον ιδιωτικό, τον οποίο χτυπάει προκειμένου να στηρίξει τις πολιτικές συμμαχίες του δημοσίου. Όσο η κυβέρνηση, και η αντιπολίτευση με την ανέξοδη και ανεύθυνή της ρητορική, αρνούνται να αντιμετωπίσουν αυτή την πραγματικότητα, τόσο πιο άγρια αυτή θα τους χτυπήσει την πόρτα.
Αν τα κόμματα δεν δημιουργήσουν νέες πλατφόρμες, ευθυγραμμισμένες με μία νέα εθνική στρατηγική, τότε κινδυνεύουν να διαλυθούν de facto μέσω της κάλπης. Όπως οι ευρωπαίοι μονάρχες, αν δεν αλλάξουν όπως επιβάλλουν οι καιροί, η αλλαγή θα τους παραμερίσει μόνη της.
Follow us on: