“Όπως οι Ευρωπαίοι μονάρχες”

Συχνά σε πολιτικές συζητήσεις για την κρίση, η κουβέντα καταλήγει στο εξής επιχείρημα: “Καλά, περιμένετε το πολιτικό σύστημα που μας έβαλε στην κρίση να μας βγάλει από αυτήν;”. Με άλλα λόγια, το ερώτημα που τίθεται είναι κατά πόσον είναι δυνατόν ένα πολιτικο σύστημα να προχωρήσει σε μεταρυθμίσεις οι οποίες θα σημάνουν τον θάνατο του πολιτικού προσωπικού που τις προωθεί. Μπορούν οι Έλληνες πολιτικοί να επιβλέψουν την πολιτική αυτοκτονία τους;

Ιστορικό ανάλογο πολιτικής αυτόκτονίας υπάρχει. Τον 18ο και το 19ο αιώνα οι Ευρωπαίοι μονάρχες αντιμετώπιζαν μία δυναμική και ανερχόμενη μεσαία τάξη, η οποία λόγω του αυξανόμενου της πλούτου, και ενδυναμωμένη ιδεολογικά από τα ιδανικά του διαφωτισμού, απαιτούσε ολοένα και περισσότερα πολιτικά δικαιώματα. Οι μονάρχες κατάλαβαν ότι αν δεν προχωρήσουν από μόνοι τους σε πολιτικές μεταρρύθμισεις, δίνοντας περισσότερα πολιτικά δικαιώματα στη αναδυόμενη τάξη και αναγνωρίζοντας σε πολιτικό επίπεδο την διαμορφούμενη κοινωνική και οικονομική πραγματικότητα, η πολιτική (και φύσικη σε πολλές περιπτώσεις) εξόντωση τους ήταν σίγουρη.

Φυσικά, το πρόβλημα σήμερα δεν είναι το ίδιο. Οι δυναμικές της κρίσης όμως παραμένουν οι ίδιες: έχουμε αναδιατασσόμενες κοινωνικές δυνάμες και ένα όλο και πιο ρευστό εκλογικό σώμα.

Είναι καταρχήν αληθές ότι χωρίς κρίσεις, ριζικές αλλαγές δεν γίνονται. Όταν κάτι λειτουργεί – έστω και με πολλά προβλήματα – αναπτύσσεται αδράνεια και κανείς δεν είναι διατεθιμένος να κάνει τομές και να θίξει συμφέροντα. Σε καιρούς κρίσης, αντιθέτως, οι πολιτικές τομές είναι καταρχήν εφικτές, καθώς η κρίση τις κάνει πιο ευκολα πραγματοποιήσιμες: η πολιτική βούληση έχει μικρότερο πολιτικό κόστος καθώς η κοινωνία διαπιστώνει ότι κάτι πρέπει να αλλάξει, γεγονός που την κάνει πιο δεκτική.

Παρόλο που είναι πιο εύκολες οι τομές, στην Ελλάδα δεν έχουν πραγματοποιηθεί γιατί προαπαιτείται σύκγρουση με τα συμφέροντα που εκπροσωπούν τα δίκτυα καθε λογής κρατικοδίαιτων αλλα και συγκεκριμένες ομάδες ιδιωτών. Αν τα δίκτυα αυτά τα οποία απολάμβανουν παροχές δυσανάλογες της προσφοράς τους ξηλωθούν, τότε και οι πολιτικοί με τους οποίους έχουν χτίσει σχέση συναλλαγής θα βρεθούν εκτός βουλής. Αν οι μεταρρυθμίσεις προχωρούσαν, οι πολιτικοί σχηματισμοί θα παρέμεναν αλλά η στελέχωσή τους και το πρόγραμμα τους – και συνεπώς οι ομάδες που εκπροσωπούν – θα άλλάζε άρδην. Γι’ αυτό οι πολιτικοί στηλώνουν τα πόδια. Δύο χρόνια τώρα αντί το κυβερνόν κόμμα να προχωρήσει σε τομές, απλώς φορολογεί τις συνήθεις ομάδες των μισθωτών, οι οποίες όντας πολιτικά ανοργάνωτες δεν μπορούν να ασκήσουν πιέσεις ανάλογου μεγέθους με εκείνες των δημοσίων υπαλλήλων. Η επιμονή της κυβέρνησης να μην συρρικνώνει το δημόσιο δείχνει ότι η πολιτική τάξη είναι σε άρνηση, και προσπαθεί ακόμα να διατηρήσει το σύστημα το οποίο μέχρι τώρα εξασφάλιζε την επιβίωση της.

Δυστυχώς, η στρατηγική αυτή έχει κοντά ποδάρια. Κατά πρώτο λόγο είναι αντι-δημοκρατική: φορολογούμαστε όλοι για να εκπροσωπούμαστε όλοι, ανεξαρτήτως πολιτικής ταυτότητας. Αντιθέτως, αυτό το οποίο συμβαίνει στην πράξη είναι να φορολογείται μία ομάδα για να στηρίζεται μία άλλη επειδη η πρωτη έχει “άκρες” ενώ η δεύτερη όχι. Ακόμα και έτσι, όμως, χρήματα δεν υπάρχουν, οπότε τα ρουσφέτια δεν μπορούν να συνεχιστούν. Ο ιδιωτικός τομέας δεν αντέχει άλλη φορολογία, ώστε να παραμένει απείραχτο το δημόσιο. Συνεπώς, η κυβέρνηση θα αναγκαστεί τελικά εκ των πραγμάτων να έρθει σε ρήξη με τον δημόσιο τομέα, χωρίς όμως να έχει φροντίσει να δημιουργήσει καινούριες συμμαχίες με τον ιδιωτικό, τον οποίο χτυπάει προκειμένου να στηρίξει τις πολιτικές συμμαχίες του δημοσίου. Όσο η κυβέρνηση, και η αντιπολίτευση με την ανέξοδη και ανεύθυνή της ρητορική, αρνούνται να αντιμετωπίσουν αυτή την πραγματικότητα, τόσο πιο άγρια αυτή θα τους χτυπήσει την πόρτα.

Αν τα κόμματα δεν δημιουργήσουν νέες πλατφόρμες, ευθυγραμμισμένες με μία νέα εθνική στρατηγική, τότε κινδυνεύουν να διαλυθούν de facto μέσω της κάλπης. Όπως οι ευρωπαίοι μονάρχες, αν δεν αλλάξουν όπως επιβάλλουν οι καιροί, η αλλαγή θα τους παραμερίσει μόνη της.

Αγανακτισμένε, που πας;

Όπως είχαμε γράψει και σε προηγούμενο ποστ, θεωρούμε την κινητοποίηση των αγανακτισμένων στο Σύνταγμα θετική εξέλιξη.

Κατά πρώτο λόγο δείχνει την ανάγκη του Έλληνα για κάτι καινούργιο. Είναι δηλαδή μία πολυσυλλεκτική διαμαρτυρία που περιλαμβάνει όλο το εύρος των κοινωνικών στρωμάτων και που έχει ως υπόρρητο βασικό αίτημα μια καλύτερης ποιότητας δημοκρατία. Αυτό φαίνεται από το γεγονός ότι από την αρχή οι συγκεντρωμένοι στο Σύνταγμα δεν αποδέχτηκαν κανέναν από τους παραδοσιακούς φορείς πολιτικής οργάνωσης και έκφρασης. Συνδικαλιστές και ακραίοι κάθε απόχρωσης εκδιώχθηκαν κακήν κακώς, ενώ τα κόμματα δεν αποπειράθηκαν καν να πλησιάσουν.

Το πολιτικό σύστημα, αναλωμένο στην μικροπολιτική του πραγματικότητα βρέθηκε αρχικά προ εκπλήξεως, ενώ στην συνέχεια προσπάθησε, χωρίς αποτέλεσμα, να προσεταιριστεί το κίνημα. Η κυβέρνηση προς το παρόν φαίνεται να παρακολουθήσει αμήχανα προσπαθώντας να μην οξύνει τα πνεύματα.

Από την πλευρά του κινήματος ένα ρεύμα έχει αρχίσει να αναδύεται στην κορυφή της διαμαρτυρίας. Κάτι τέτοιο είναι αναπόφευκτο: οι μαζικές διαδηλώσεις αποκτούν πάντα έναν ιδεολογικό πυρήνα ο οποίος επικρατεί των υπολοίπων. H συνθηματολογία και τα αιτήματα της αριστεράς έχουν επικρατήσει και μέσα σε αυτό το ακομματικό κλίμα τυγχάνουν υποστήριξης από την λαϊκή δεξιά. Ήταν αναπόφευκτο ότι η νοσούσα ελληνική αριστερά με την πείρα που έχει στις κινητοποιήσεις θα είχε δυσανάλογη επιρροή στην εξέλιξη του κινήματος. Ενώ όμως είναι νομοτελειακό ότι μία ομάδα θα ηγηθεί ενώ πολύμορφου κινήματος διαμαρτυρίας, του οποίου οι συμμετέχοντες μπορεί να μην έχουν τίποτα κοινό μεταξύ τους εκτός από μία κοινή επιθυμία για μια νέα πολιτική πραγματικότητα, είναι εξαιρετικά απογοητευτικό (και αυτός είναι ο επιεικής χαρακτηρισμός) το  πολιτικό περιεχόμενο το οποίο φαίνεται τελικά να έχει λάβει η διαμαρτυρία.

Οι προτάσεις είναι μαξιμαλιστικές, με γνώμονα το “και μετά βλέπουμε”. Πως είναι δυνατόν, οποιοσδήποτε έχει στοιχειώδη επαφή με την πραγματικότητα να προτείνει διαγραφή του χρέους και άμεση έξοδο από το μνημόνιο; Μπορεί κάνεις να τοποθετηθεί υπέρ ή κατά του μνημονίου ως λύση, και να αναπτύξει θέσεις για μακροπρόθεσμη μείωση του χρέους, αλλά κανείς δεν μπορεί να αμφισβητήσει ότι είναι μία πραγματικότητα που πρέπει να αντιμετωπιστεί με σοβαρές προτάσεις. Το “και μετά βλέπουμε” είναι απλώς το αναπόσπαστο κομμάτι της αυτοεικόνας του Έλληνα ως λεβέντη καταφερτζή, “επαναστατικά” διατυπωμένο. Κοινώς στην κορυφή του κινήματος βλέπουμε πολιτικές προτάσεις που δεν έχουν στόχο την προόδο, ως όφειλαν, αλλά είναι στην υπηρεσία τις συντήρησης. Η ομιλία Πελεγρίνη είναι λαμπρό παράδειγμα αυτού του είδους χυδαίου λαϊκισμού. Οι θέσεις αυτές δεν προδίδουν τον επαναστατικό τσαμπουκά των τελευταίων 30 χρόνων που μας έφερε εδώ;

Η αδυναμία εκπόνησης σαφών θέσεων δυστυχώς προδίδει μία γενιά η οποία έχει γαλουχηθεί αντιλαμβανόμενη την πολιτική ως συνεχή αντίδραση στην εξουσία και όχι ως προσπάθεια αποτελεσματικού ελέγχου της. Καταδεικνύει δηλαδή την γενικότερη σύγχυση και αναστάτωση του Έλληνα, ο οποίος δεν βλέπει την πολιτική ως την τέχνη του εφικτού, άλλα νομίζει ότι πολιτική δραστηριοποίηση είναι να κράζεις συνέχεια την “εξουσία” γιατί είναι “κακό πράγμα”. Η έλλειψη πολιτικής πείρας και η συνακόλουθη αδυναμία προσδιορισμού λυσιτελών προτάσεων είναι καταφανής.

Το κίνημα αυτή τη στιγμή βρίσκεται σε ένα σταυροδρόμι. Η πρώτη εκδοχή είναι να εκφυλιστεί η πλατεία Συντάγματος σε τσίρκο – και υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις ότι αυτό ήδη συμβαίνει. Η δεύτερη θα έχει πιο σοβαρές επιπώσεις. Η κυβέρνηση να συνεχίσει να σιωπά όσο οι συνελεύσεις τείνουν όλο και περισσότερο στα άκρα. Και σύντομα, όταν το τραβήξουν αρκετά, η κυβέρνηση  θα προσπαθήσει να διασπάσει την διαμαρτυρία επικαλούμενη κίνδυνο για την δημοκρατία. Αυτό άλλωστε έχει και ιστορικό προηγούμενο: τον Μαϊ του ’68  η κυβέρνηση Pompidou επέλεξε να περιμένει και δεν επενέβη κατά των φοιτητικών διαδηλώσεων. Τότε ορισμένοι πολιτικοί και εκρπόσωποι των φοιτητών δήλωσαν ότι η εξουσία πλέον είχε καταλυθεί και ότι ήταν θέμα χρόνου να την πάρουν οι ίδιοι. Εκμεταλευόμενος αυτό το λάθος της αριστεράς, ο De Gaulle δήλωσε ότι η χώρα ήταν προ κομμουνιστικού πραξικοπήματος και διέσπασε το κίνημα. Προφανώς η πολιτική μας πραγματικότητα είναι τελείως διαφορετική, η Ελλάδα δεν είναι προ κανενός είδους πραξικόπημα. Ο μηχανισμός πολιτική δράσης όμως είναι ακριβώς ο ίδιος. Και αν φτάσουν εκεί τα πράγματα στην Ελλάδα θα δούμε τα χειρότερα, καθώς θα δραστηριοποιηθεί όλο το φάσμα της “αφρόκρεμας” του ελληνικού λαϊκισμού, από τα αριστερά ως και τα δεξιά, που ως τώρα είχε μείνει απέξω.

Αγανακτισμένοι: χωρίς πολιτική δεν γίνεται

“There is a point at which a polis by advancing unity, will cease to be a polis [...] It is as if you were to turn harmony into a mere unison, or to reduce a theme to a single beat. The truth is that the polis is an aggregate of many members.”

-Aristotle

 

Θεωρούμε καταρχήν θετική την διαμαρτυρία του κόσμου που βρίσκει έκφραση στην συγκέντρωση των “Αγανακτισμένων” στο Σύνταγμα. Η απουσία των συνηθισμένων “υπόπτων” είναι πολύ θετική, καθώς δείχνει την όρεξη του κόσμου για δράση εκτός των παγιωμένων δομών.

Είναι όμως ενδιαφέρον ότι οι διαμαρτυρίες δείχνουν και την πολιτική απειρία του Έλληνα. Αναφερόμαστε στο “απολιτίκ” στυλ της διαμαρτυρίας. Ο κόσμος που συγκεντρώνεται στο σύνταγμα, όπως φαίνεται και από τα πρακτικά των συνελεύσεων, προσπαθεί να “ξορκίσει” την πολιτική πρώτα από το ίδιο το κίνημα και κατ’ επέκταση από τον τόπο. Αυτό είναι αδύνατο.

Κατά πρώτο λόγο, όπου δεν υπάρχει πολιτική διαδικασία, υπάρχει ολοκληρωτισμός. Οι άνθρωποι είναι όλοι διαφορετικοί και χαρακτηρίζονται από πάθη, αρετές, και απόψεις που τις περισσότερες φορές είναι συνδεδεμένες με το θυμικό τους. Έτσι, οι διαφωνίες που προκύπτουν μεταξύ των ανθρώπων είναι αποτέλεσμα των εγγενών διαφορών τους – δεν είναι δυνατόν να συμφωνούν όλοι σε όλα. Συνεπώς, η διαφωνία δεν είναι δυνατόν να εξαλειφθεί, μπορεί όμως να αναγνωριστεί και να θεσμοθετηθούν κανόνες ώστε να μην ρέπουμε στα άκρα. Αυτή είναι η πολιτική διαδικασία. Είναι ο μόνος αποτελεσματικός τρόπος που έχουμε εφεύρει ώστε να λύνουμε τις διαφορές μας χωρίς σκοτωμούς και αιματοχυσίες. Η πολιτική είναι για την δημόσια ζωή, ότι είναι η ηθική για την ιδιωτική ζωή: ένα σύστημα μέσω του οποίου διαχειριζόμαστε τις διαφωνίες μεταξύ των διάφορων ομάδων ειρηνικά. Συνεπώς  η πολιτική σηματοδοτεί ελευθερία, την δυνατότητα δηλαδή να διαφωνείς κανείς και να εκφράζει τις διαφωνίες του/της μέσω των θεσμών. Όπου απουσιάζει η πολιτική η φαινομενική αρμονία είναι απλώς επιβεβλημένη. Και δεν μπορεί να επιβληθεί με τρόπο άλλον από τον ολοκληρωτισμό.

Καταρχήν το κίνημα των “Αγανακτισμένων” αν θέλει να αναγνωριστεί ως πολιτική δύναμη θα πρέπει να αποκτήσει θέσεις. Οι θέσεις θα αποτελέσουν αντικείμενο αντιπαράθεσης με άλλες ομάδες και τα κόμματα της Βουλής. Εσωτερικά αν θέλει να αποφύγει την διάσπαση όταν οι πρώτες διαφωνίες προκύψουν (και αυτό είναι αναπόφευκτο) θα πρέπει να βρει έναν τρόπο να συναινεί σε ένα μίνιμουμ θέσεων. Στις υπόλοιπες θα πρέπει να συμφωνεί ότι θα διαφωνεί ενώ όλοι σέβονται τις αποφάσεις της πλειοψηφίας. Η εναλλακτική πρακτική είναι η επιβολή απόψεων από ισχυρές ομάδες εντός του κινήματος – πρακτική η οποία θα ακυρώσει τον ίδιο το σκοπό του. Αυτό που απαιτεί αυτή η συναίνεση (για να χρησιμοποιήσουμε και το buzzword των ημερών), λέγεται πολιτική.

Η έλλειψη πολιτικής συνείδησης φαίνεται από ορισμένα σημερινά γεγονότα, το πιο χαρακτηρηστικό απο τα οποία είναι η πρόταση στη Συνέλευση να απαγορευτεί η Χρυσή Αυγή. Καταρχήν,σε μία δημοκρατία δεν ποινικοποιούνται οι απόψεις – όσο ακραίες και αν είναι – αλλά οι πράξεις. Επιπλέον η Χρυσή Αυγή εξελέγη στο δήμο της Αθήνας λόγω γενικής αποχής. Δεν μπορείς όμως να είσαι απολιτίκ στις εκλογές και να συνεχίσεις να παριστάνεις τον απολιτικ ενώ ζητάς απαγόρευση της πολιτικής δραστηριότητας των άλλων.

Τέλος αυτοί που ζητάνε εξάλειψη της εξουσίας θα πρέπει να προσέξουν τι εύχονται. Πρώτον έχουμε τα μαθήματα της ιστορίας: την Γαλλική Επανάσταση ακολούθησε ο Τρόμος και η Επιτροπή Δημόσιας Ασφάλειας. Προς το παρόν τα πράγματα είναι ειρηνικά, αλλά αν για κάποιο λόγο οξυνθούν τα πνεύματα και μπούμε στην λογική της αντεκδίκησης, τότε απουσία κεντρικής εξουσίας θα έχουμε απλώς μία ομάδα (ή ομάδες) να επιβάλλουν το δίκαιο τους. Δεύτερον, και πιο πρακτικά,  όταν ζεις εκτός του νόμου δεν απολαμβάνεις την προστασία του. Αρα όταν οξυνθούν τα πνεύματα (και είναι νομοτελειακό ότι θα οξυνθούν), οι Αγανακτησμένοι θα έχουν δύο επιλογές: είτε θα πρέπει να ζητήσουν την προστασία της αστυνομίας είτε να αναλάβουν δράση μόνοι τους. Στην τελευταία περίπτωση όμως, πάει περίπατο η ειρηνική φύση της διαμαρτυρίας. Αν κανείς δεν θέλει να αυτοδικήσει πρέπει να αποταθεί σε μια ανώτερη αρχή για προστασία. Αυτή είναι η θεσμοθετημένη εξουσία. Και αν θέλει να την καταλύσει και όχι να την διαμορφώσει τότε πρέπει να υποστεί και τα χειρότερα.

Guest Post: Ζητείται πολιτική συνείδηση

submitted by MK

Εδώ και ένα χρόνο παρακολουθούμε, σχεδόν ανήμποροι, τους καρπούς τόσων χρόνων διαφθοράς, δημοσιονομικών προβλημάτων αλλά και σαθρών σχέσεων εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Στα ΜΜΕ ξετυλίγεται ένα τρίπτυχο που περιλαμβάνει όλα τα επίπεδα που χτυπάει αλλά και από τα οποία ξεκινάει η κρίση, όπως την γνωρίζουμε σήμερα.

Σε ευρωπαϊκό επίπεδο ξέρουμε ότι η Ελλάδα, από την ένταξή της στην ΕΕ και μετά, έφαγε με χρυσά κουτάλια. Η μία όψη του νομίσματος λέει ότι όλοι, λίγο πολύ, κάναμε τα στραβά μάτια μπροστά στο προφανές και άρα φταίμε αποκλειστικά για την κατάσταση στην οποία έχουμε περιέλθει. Η άλλη όψη, ωστόσο, σημειώνει -με ψιλά γράμματα πολλές φορές- ότι αφενός στην ΕΕ δεν υπήρχε πλήρης άγνοια για το τι συμβαίνει στην Ελλάδα και αφετέρου το πρόβλημα της Ελλάδας εντάσσεται σε ένα γενικότερο πλαίσιο δομικών προβλημάτων της Ε.Ε. τα οποία ξεπερνούν την ικανότητα της Ελλάδας να τα αντιμετωπίσει μόνη της. Πολλοί μιλούν για κατάλυση της δημοκρατίας στην Ευρώπη, καθώς οι δανειοδότες επιβάλλουν στους δανειολήπτες, πότε θα κάνουν εκλογές, πώς θα διαχειριστούν τα δημοσιονομικά της εκάστοτε χώρας, πόσο θα κόψουν από μισθούς, συντάξεις κ.ο.κ. Άλλοι απαντούν ότι όλα αυτά στηρίζονται σε ένα λογικό επιχείρημα που λέει ότι ο δανειοδότης πρέπει να έχει κάποιες εγγυήσεις ότι θα πάρει κάποτε τα λεφτά του πίσω, αλλιώς δεν έχει κανέναν απολύτως λόγο να δανείσει. Τα επιχειρήματα όμως, και από τις δύο πλευρές είναι ατελείωτα. Ξεκινούν από τα προαναφερθέντα, προχωρούν στον ρόλο του Τύπου σε Ελλάδα και εξωτερικό και καταλήγουν στο ότι και να θέλουμε να ορθοποδήσουμε τα ίδια τα μέτρα είναι τόσο ασφυκτικά που τελικά θα αποτελέσουν τον λάκκο μας.

Σε εγχώριο επίπεδο η διχογνωμία δεν είναι μικρότερη. Οι μεν λένε ότι εδώ που φτάσαμε δεν είχαμε άλλη επιλογή, οι δε ότι ο Παπανδρέου όφειλε να κάνει πιο σκληρές διαπραγματεύσεις. Οι μεν τάσσονται κατά Σαμαρά και λοιπών πολιτικών αρχηγών, στην αδυναμία τους να συναινέσουν, οι δε ισχυρίζονται ότι κάποιος έπρεπε να βάλει φρένο στην υποδούλωση τη στιγμή που οι απλοί πολίτες νιώθουν ότι ο κόμπος έχει φτάσει στο χτένι. Ακούμε φωνές να ζητούν απολύσεις δημοσίου, με το σκεπτικό ότι δεν γίνεται να υφίσταται απολύσεις μόνο ο ιδιωτικός τομέας, άλλες να απαντούν ότι αυτό θα εκτόξευε την ήδη υψηλή ανεργία και, φυσικά, τα περαιτέρω σχόλια θέλουν τον Παπανδρέου δειλό απέναντι στο “βαθύ ΠΑΣΟΚ”. Φυσικά, οι συζητήσεις και οι διαμάχες δεν σταματούν εδώ. Διαφθορά, ευθύνες πολιτικών, ευθύνες πολιτών, η αντιπολίτευση στο επίπεδο που γίνεται τόσα και τόσα χρόνια στην Ελλάδα, ευρώ, δραχμή, είναι όλα συστατικά στο ίδιο καζάνι που βράζει. Λύσεις; Ελάχιστες.

Στη βάση της πυραμίδας βρίσκεται ο πολίτης, απελπισμένος, ξεβολεμένος,  αδικημένος, συνυπεύθυνος για την κατάσταση που επικρατεί. Τις τελευταίες μέρες οι “αγανακτισμένοι” μαζεύονται στις πλατείες, ένα πλήθος ανθρώπων αποφασισμένο να διαμαρτυρηθεί ειρηνικά. Για πρώτη φορά εδώ και πάρα πολλά χρόνια, οι Έλληνες διαμαρτύρονται δίχως να ανοίξει ρουθούνι, οι μπαχαλάκηδες παραμένουν κρυμμένοι, οι κομματικές οργανώσεις, οι συνδικαλιστές λουφάζουν μπροστά στην οργή του κόσμου. Ακόμη κι εδώ οι απόψεις διίστανται: ορισμένοι ισχυρίζονται ότι ο κόσμος δεν έχει ουσιαστικά επιχειρήματα και αντιπροτάσεις ή ότι απλά κατέβηκε στις πλατείες για να κάνει ένα μικρό πανηγυράκι σε απάντηση μιας ψευδούς είδησης που ήθελε αγανακτισμένους Ισπανούς να αποδοκιμάζουν τους άπραγους Έλληνες. Τα “πρακτικά” των συγκεντρώσεων είναι γελοία, οι αλλαγές (ή για πολλούς οι “επαναστάσεις) δεν ξεκινούν από το facebook, ο κόσμος δεν είναι αποφασισμένος να αντιμετωπίσει τη δική του ευθύνη μέσα στην κρίση και οι διαμαρτυρίες επιδεινώνουν την κατάσταση. Ωστόσο, η αλήθεια είναι ότι δεν μαζεύεται τόσος κόσμος στις πλατέιες χωρίς έρειισμα, υποκινούμενος απλώς από ένα (αληθές ή μη) σύνθημα, είναι αλήθεια ότι ο κόσμος νιώθει αδικημένος όταν πληρώνει βλέποντας άλλους να μην πληρώνουν, όταν πρόκειται να επιβληθεί φόρος στα 500 ευρώ και ίσως η πιο πικρή αλήθεια είναι ότι πρόκειται για κόσμο που ξύπνησε απότομα, μέσα σε μια κρίση η οποία όσο χτιζόταν διέφυγε από τα ΜΜΕ, και συνειδητοποίησε ότι δεν έχει πουθενά να στραφεί πολλώ δε μάλλον όταν, ύστερα από ύπνο βαθύ, δεν έχει ο ίδιος την πολιτική συνείδηση και άποψη που απαιτείται για την διεκδίκηση ουσιαστικών δομών μέσα σε ένα χάος.

Η διχογνωμία που επικρατεί σε όλα τα επίπεδα σηματοδοτεί την κατάρρευση όλων των σταθερών τόσο στον κοινωνικό όσο και στον πολιτικό τομέα και ο τελικός αποδέκτης, μέσα σε αυτή την κατάρρευση και έχοντας την ανάγκη να δει  την κατάσταση σε άσπρο ή μαύρο, δεν ξέρει από που να πιαστεί, γιατί δεν υπάρχει τίποτε που να υπόσχεται συνέχεια.

 

Ο κύκλος της βίας

Η Ελλάδα  έζησε τραγικές στιγμές. Ένας άνθρωπος μαχαιρώθηκε στο κέντρο της Αθήνας, ένας 30χρονος είναι στην εντατική από χτύπημα από γκλομπ και ένας μετανάστης είναι νεκρός, θύμα ακροδεξιών. Παράλληλα κυκλοφορούν δημοσιεύματα ότι άγνωστοι επιτέθηκαν σε αστυνομικούς στο Κρατικό Νίκαιας.

Η πολιτική ευθύνη για τα κρούσματα βίας από πλευράς των ΜΑΤ είναι σαφής και ο Χρήστος Παπουτσής πρέπει να παραιτηθεί, ειδικά εφόσον σε ανάλογα περιστατικά το ΠΑΣΟΚ ζητούσε παραίτηση Πολύδωρα.  Δύο video από τις διαδηλώσεις μπορείτε να δείτε παρακάτω:

 

 

 

Δυστυχώς ήταν αναμενόμενο και επόμενο να φτάσουμε εδώ. Όταν η νομιμότητα καταρρέει οι αυτόκλητες ομάδες επιβολής κάθε λογής δικαίου “ανθούν”. Μόνο που το δίκαιο που προσπαθούν να επιβάλουν είναι το δίκαιο τους – δηλαδή το δίκαιο της εκάστοτε ομάδας που εκπροσωπούν. Πρόκειται για τον κατακερματισμό της κοινωνίας: Τα Χρυσά Αυγά, οι αναρχοτσαμπουκάδες, οι ακροδεξιοί και τα λοιπά δίποδα είναι όψεις του ίδιου νομίσματος: είναι προϊόντα της απονομιμοποίησης του κράτους και της επικράτησης του δικαίου του ισχυρού.

Θα απαιτήσει η Τρόικα από τον Σαμαρά να υπογράψει το μνημόνιο;

Η Παραπολιτική αναδημοσιεύει ρεπορτάζ του reporter.gr, σύμφωνα με το οποίο η Τρόικα αναμένεται να ζητήσει συνυπογραφή του μνημονίου από τον Αντώνη Σαμαρά. Σύμφωνα με το ίδιο δημοσίευμα του reporter.gr συζητείται η τοποθέτηση επιτρόπων στα υπουργεία προκειμένου να προχωρήσουν οι μεταρρυθμίσεις.

Αν ισχύουν τα παραπάνω, είναι λυπηρά νέα. Αφενός είναι λυπηρό ότι η συναίνεση στην ελληνική πολιτική σκηνή πρέπει να επιβληθεί έξωθεν, καθότι φαίνεται ότι οι πολιτικοί μας δεν μπορούν να συμφωνήσουν, έστω σε ένα μίνιμουμ. Από την μία έχουμε το βαθύ ΠΑΣΟΚ το οποίο επιδιώκει την συντήρηση με κάθε τρόπο, και από την άλλη έχουμε την Ν.Δ. που πολώνει και λαϊκίζει καθώς πιστεύει ότι δεν έχει να πληρώνει πολιτικό κόστος. Για τα μικρά κόμματα τις αριστεράς ας μην μιλήσουμε καλύτερα (Τσίπρες κλπ). Είναι επιπλέον λυπηρό ότι πρέπει να υποστούμε την ταπείνωση των τοποτηρητών, προκειμένου να προχωρήσουν μεταρρυθμίσεις τις οποίες η κυβέρνηση αδυνατεί να περάσει.

Αν είναι έγκυρο το δημοσίευμα, ο κ. Σαμαράς θα βρεθεί σε δύσκολη θέση καθώς μέχρι σήμερα μπορούσε να διεκδικεί τον ρόλο του εθνοσωτήρα χωρίς πολιτικό κόστος – εξού και οι αστειότητες περί μηδενισμού του ελλείμματος και άλλα ευφάνταστα. Αν ο Α. Σαμαράς κληθεί υπογράψει το μνημόνιο οι δηλώσεις του αποκτούν πλεόν άλλη βαρύτητα, καθώς θα έχουν πολιτικές συνέπειες. Καθώς είναι αδύνατο να καταψηφίσει το μνημόνιο είναι ενδιαφέρον να δούμε πως θα προχωρήσει. Εκτιμούμε ότι αν όντως κληθεί να υπογράψει, θα κρατήσει αρχικά σκληρή στάση για να  ισχυριστεί τελικά ότι προσπάθησε για καλύτερους όρους αλλά είναι πολύ αργά στο παιχνίδι για αλλαγές – η κυβέρνηση μας έχει ήδη καταδικάσει.

Δρούτσας ο κλασικός

Εάν η στρατηγική του βλέποντας και κάνοντας και η έλλειψη μακροπρόθεσμου σχεδιασμού οδήγησε την ελληνική οικονομία σε ασφυξία και της απέκοψε κάθε εναλλακτική οδό πλην εκείνης του Μνημονίου  δεν θέλουμε να φανταστούμε τι θα συμβεί αν ακολουθηθεί η ίδια μη-στρατηγική στην ελληνική εξωτερική πολιτική. Αυτήν την ενστικτώδη σύγκριση κάνουμε διαβάζοντας τη δήλωση του υπουργού εξωτερικών κ. Δρούτσα ότι η Αποκλειστική Οικονομική Ζώνη (ΑΟΖ) είναι της μόδας. Παρά την συνεχή αποδυνάμωση των ελληνικών θέσεων στα ανοιχτά διπλωματικά ζητήματα με τις γείτονες χώρες ο καθ’ ύλην αρμόδιος υπουργός φαίνεται να μην αντιλαμβάνεται την ανάγκη μίας δραστήριας εξωτερικής πολιτικής, η οποία να αντιδρά στα εξωτερικά ερεθίσματα και να εμπλουτίζεται με νέα ερείσματα.

Δεν προκρίνουμε σε καμία περίπτωση την παρορμητική και ανεύθυνη εδώ και τώρα μονόμερη ανακύρηξη της ΑΟΖ. Όμως θεωρούμε αυτονόητη την ένταξή αυτής της έννοιας σε ένα μακροχρόνιο στρατηγικό σχεδιασμό της εξωτερικής μας πολιτικής, καθώς αποτελεί ένα επιπλέον νομικό όπλο για τα ζητήματα του Αιγαίου. Ακόμα και αν δεχτούμε την εσφαλμένη θέση του κ. Δρούτσα πως η ΑΟΖ δε θα μας προσφέρει τίποτα επιπλέον(!), δεν βλέπουμε κανένα λόγο να κάψουμε ένα διαπραγματευτικό χαρτί. Αν δηλαδή δεν πυροβολήσει το όπλο, μας βαραίνει να έχουμε τη ξιφολόγχη;

Και η σύγκριση με την οικονομία δυστυχώς μας δίνει τις αναλογίες. Το ίδιο έλλειμα στρατηγικής και μακροπρόθεσμου σχεδίου διέπει και την εξωτερική πολιτική της Ελλάδας. Με την ίδια ραθυμία παρακολουθεί τις εξελίξεις των διεθνών σχέσεων και ασθμαίνοντας προσπαθεί να ανταποκριθεί στις εξελίξεις που την προσπερνούν. Επιπλέον, η ίδια κατεστημένη νοοτροπία εξ αριστερών τε και εκ δεξιών, η οποία έχει καθηλώσει την κοινωνικοοικονομική ανάπτυξη και πρόοδο, έχει επιβάλει αντίστοιχες λογικές και στα διεθνή θέματα και στα ζητήματα ασφαλείας -  του «δεν πρόκειται ποτέ να γίνει τίποτα με τους γείτονες» και των ανερμάτιστων ηρωϊσμών αντίστοιχα. Και ανάμεσα σε αυτές χάνονται και πάλι η νηφαλιότητα και η πραγματικότητα. Ότι ο κόσμος αλλάζει και αργά ή γρήγορα η αλλαγή θα μας αγγίξει. Ότι όπλο της Ελλάδος είναι το διεθνές δίκαιο, πάρα ταύτα χρειάζεται ισχύ. Όχι επιθετική, αλλά αποτρεπτική, ώστε να μη χρειαστεί ποτέ να τη χρησιμοποιήσει. Και ότι για όλα αυτά απαιτείται συντονισμός και οργάνωση.

Ναι, να μην επιβαρύνουμε τις τρέχουσες διαπραγματεύσεις. Αλλά όχι να ανοίγουμε ένα πρόσφορο θέμα για να το κλείσουμε μόνοι μας, προτού καν τεθεί επί τάπητος. Και αν στον κ. Δρούτσα δεν αρέσει η μόδα και θέλει να παραμείνει κλασικός, τότε ας χαράξει και αντίστοιχη στρατηγική. Εκείνη που πρωτίστως εκμεταλεύεται ευκαιρίες για να διασφαλίσει ειρηνικά τη θέση αυτού που την εφαρμόζει. Την κλασική δηλαδή, των κλασικών εγχειριδίων.

 

Η χρεοκοπία, το Spiegel, και το γερμανικό Υπ. Οικονομικών

Την Παρασκευή το απόγευμα, το Spiegel  δημοσίευσε ένα άρθρο σύμφωνα με το οποίο η Ελλάδα εξετάζει το ενδεχόμενο να βγει από το ευρώ. Ακολούθησε καταιγισμός διαψεύσεων σε όλα τα επίπεδα της Ε.Ε. και από τις κυβερνήσεις των Ευρωπαϊκών χωρών. Το δημοσίευμα προκάλεσε πτώση του ευρώ από τα $1.4530 που είχε την Πέμπτη στην Νέα Υόρκη, στα $1.4337. Είναι πολύ νωρίς να για συμπεράσματα, αλλά ακολουθεί μία πρώτη ανάγνωση των γεγονότων.

Ο ισχυρισμός του άρθρου είναι καταφανώς λάθος είναι αυτονόητο ότι η Ελλάδα δεν διανοείται να βγει από το ευρώ. Η πρώτη υπόθεση που κυκλοφόρησε είναι ότι πρόκειται για παιχνίδι κερδοσκόπων. Το Spiegel όμως είναι αξιόπιστο μέσο με άριστη κάλυψη σε σειρά θεμάτων από το Αφγανιστάν μέχρι την Ευρωπαϊκή και Αμερικανική πολιτική. Επιπλέον, πέρυσι επιτέθηκε στην Bild για το φαιδρό δημοσιογραφικό της ήθος αποκαλώντας την “εμπρηστή” για την κάλυψη της, μεταξύ άλλων, και της κρίσης στην Ελλάδα. Επιπλέον, είναι αλήθεια ότι η συνάντηση έχει ασυνήθιστα στοιχεία. Πρώτον, συμμετείχαν οι “μεγάλοι τέσσερις”: Ιταλία, Γερμανία, Γαλλία, Ισπανία. Δεύτερον έγινε προσπάθεια να κρατηθεί η συνάντηση μυστική. Τέλος, παρά τις ισχυρές διαψεύσεις σε όλα τα επίπεδα το Spiegel δεν έχει ανακαλέσει ή ανασκευάσει το άρθρο και δεν έχει βγάλει κάποια ανακοίνωση.

Ενώ λοιπόν δεν τίθεται θέμα εξόδου της Ελλάδας υπάρχουν διάφορα στοιχεία τα οποία καταδεικνύουν ότι το Spiegel δεν είναι απλώς όργανο κερδοσκόπων. Μία τέτοια εξήγηση είναι υπεραπλουστευτική. Ο @lolgreece ο οποίος κάνει εξαιρετικό και πολύ εύστοχο οικονομικό σχολιασμό γράφει πως δεν είναι νομικά δυνατό για μιά χώρα να βγει από την Ε.Ε., και συνεπώς βρέξει χιονίσει θα παραμείνουμε στην νομισματική ένωση. Αυτό είναι απολύτως σωστό αλλά δεν είναι κεντρικής σημασίας στην υπόθεση. Δεν δείχνει ότι η δημοσίευση του spiegel ήταν λανθασμένη, γιατί το θέμα – τουλάχιστον βραχυπρόθεσμα – δεν είναι νομικό: είναι πολιτικό και οικονομικό – γι αυτό και το ευρώ έπεσε παρά το ισχύον νομικό καθεστώς.

Μία άλλη εκδοχη παρουσιάζει ο Γιάννης Βαρουφάκης σε ένα πολύ ενδιαφέρον post το οποίο ανέβασε την Παρασκευή βράδυ στο blog του. Ο Γ. Βαρουφάκης, επικαλούμενος πηγές του γερμανικού υπουργείου οικονομικών, λέει ότι το γερμανικό ΥπΟικ σε συνεργασία με το Spiegel ήθελε να στείλε μήνυμα στην Α. Μέρκελ και τον Γ. Παπανδρέου ότι η παρούσα πολιτική δεν λειτουργεί – ότι χρειάζεται νέα πολιτική, όχι επιπρόσθετο χρέος στις ήδη υπερχρεωμένες χώρες. Ήταν το τελευταίο, λέει ο κ. Βαρουφακης, μίας σειράς προηγούμενων ηπιότερων μηνυμάτων τα οποία το Γερμανικό ΥπΟικ διοχέτευε μέσω του Spiegel (και που μπορείτε να ακολουθήσετε στο Alphaville των Financial Times).

Κυκλοφορεί και ένα αντιδιαμετρικά αντίθετο σενάριο, για το οποίο δεν υπάρχει πηγή, και για το οποίο διατηρούμε μεγάλες επιφυλάξεις: σύμφωνα με αυτό το σενάριο η διαρροή προήλθε από την ελληνική κυβέρνηση η οποία βλέπει ότι το πρόγραμμα δεν βγαίνει. Έτσι άφησε να διαρρεύσει η πληροφορία αυτή ως διαπραγματευτικό εργαλείο για ευνοϊκότερους όρους στην συνάντηση της 16ης Μαϊου όπου θα εξετασθεί αν η Ελλάδα χρειάζεται επιπλέον βοήθεια.

Αναμένουμε λοιπόν εξελίξεις.

Update 7/5 10:54πμ:

Ένα ενδιαφέρον σχετικό άρθρο εδώ το οποίο υποστηρίζει εμμέσως την δεύτερη υπόθεση (ευχαριστούμε τον @fotisk για το link):

The rumours out of Germany that Greece is considering withdrawal from the euro-zone are being denied vigorously by EU and Greek officials. But, where there is smoke, there is fire. Clearly, it is in Greece’s best interest to allow these rumours to persist. Not only has it savaged the single currency, it also gives the Greeks leverage in terms of negotiating a better bailout package.

[...]

it seems more likely that Greece may be playing a game of chicken with euro zone policy makers in order to negotiate a more favorable aid package, with perhaps an extension of duration on its debt, or loosening up of tough austerity measures. In other words, Greece is using the threat of a potential collapse of the euro zone as a means to get concessions from the core euro zone in attempt to quell the rising complaints of the Greek people.

Μαρφίν, ένας χρόνος μετά

Στην Ελλάδα τελικά η μετατόπιση ευθυνών ισοδυναμεί με απαλλαγή από τις ευθύνες.

Πριν ένα χρόνο κάηκαν ζωντανοί τρεις άνθρωποι ενώ τα επαναστατημένα καλόπαιδα φώναζαν από κάτω “να καείτε ρε”. Την επόμενη αντί να αξιοποιούνται τα στοιχεία για να συλληφθούν οι δράστες και να τιμωρηθεί η Μαρφίν για όποιες παραβάσεις, εκτυλίχθηκε η συνηθισμένη για τα ελληνικά δεδομένα κολοκυθιά: “οι εμπρηστές”. “Γιατί οι εμπρηστές, η πυρασφάλεια”. Αν θες αποτελεσματικό αντιπερισπασμό λοιπόν, ρίξτα στην πυρασφάλεια (γιατί, όπως και να το κάνουμε, είναι φυσιολογικό να βρέχει μολότοφ – γι αυτό άλλωστε θέλουμε και πυρασφάλεια στο κέντρο της Αθήνας) και μετά καλίγωσε τον ψύλλο για ευθύνες μετόχων, Βγενόπουλου κλπ.

Ο διάλογος μετατοπίσθηκε – ήταν εντυπωσιακό ότι έγινε ΑΜΕΣΩΣ μετά τα γεγονότα – και εστίασε στον Βγενόπουλο. Ως δια μαγείας σταματήσαμε να μιλάμε γι αυτούς που έκαψαν τους εργαζόμενους.  Αξιοζήλευτες ικανότητες στρεψοδικίας, και από ευαισθησία άλλο τίποτα: τρια χρόνια μετά ακόμα κάποιοι καίνε την Αθήνα για τον Γρηγορόπουλο (πόσο παραπάνω μπορεί να καπηλευτεί κανείς την μνήμη ενός νεκρού;), όμως δεν θυμούνται ούτε τα ονόματα των θύματων (5 άτομα πήγαν στην συγκέντρωση για την επέτειο – ευχαριστούμε την @gavrogirl που ήταν εκεί για το link ). Δεν βλέπουμε καμιά κατακραυγή για να συλληφθούν οι ένοχοι, καμία συλλογική έκφραση για τους ανθρώπους αυτούς. Αντίθετα βλέπουμε κόσμο να απαλλάσσει εμμέσως τους δολοφόνους μιλώντας για πυρασφάλειες, ξεχνώντας τους δράστες. Δυστυχώς γι αυτούς, είναι άλλο να ζητάει κανείς απονομή ευθυνών προς όλες τις κατευθύνσεις και άλλο στο “τους δολοφόνησαν” να απαντάει “ναι αλλά και ο Βγενόπουλος…” και να ξεχνάει το “τους δολοφόνησαν”.

Αν όλοι αυτοί που κόπτονται για δικαιοσύνη και ισότητα ήθέλαν πραγματικά να υπερασπιστούν την ισονομία θα φώναζαν για απόδοση δικαιοσύνης προς όλες τις κατευθύνσεις, δεν θα επιχειρούσαν συμψηφισμούς.

 

Το μίξερ, οι ενδιάμεσοι θεσμοί και η διαφάνεια

Πρόσφατα, μία blogger, η Alex Walex, η οποία ασχολείται με την μαγειρική ανέβασε ένα χιουμοριστικό ποστ με το οποίο ζήτησε χρήματα για να μπορέσει να αγοράσει ενα μίξερ. Σε αντάλλαγμα προσέφερε μία πάβλοβα σε όποιον έκανε δωρεά.

Το αποτέλεσμα ήταν – όπως αναφέρει το yupi.gr σε ένα πολύ αξιόλογο άρθρο – να ξεκινήσει ένας οχετός υβρεολογίων και χολής στο twitter εν είδει λιντσαρίσματος. Όπως επεσήμανε ο φίλος @anestis, στην Ελλάδα όχι μόνο δεν μπορείς να ζητάς λεφτά, αλλά και “ο Λαός” έχει λόγο για το που θα τα ξοδέψεις.

Το θέμα θα ήταν αστείο αν δεν έθιγε ένα γενικότερο ζήτημα, αυτό των ενδιάμεσων θεσμών και της κοινωνίας των πολιτών – θεσμοί οι οποίοι είναι ιδιαίτερα αναιμικοί στην Ελλάδα. Θεωρητικά, οι ενδιάμεσοι θεσμοί αποτελούν δίκτυα οργάνωσης και πολιτικής δράσης των πολιτών. Είναι ομάδες πίεσης που διαγωνίζονται στην δημόσια αγορά ιδεών, έχουν συγκεκριμένους στόχους και είναι πολλαπλασιαστές ισχύος: συγκεντρώνουν δύναμη από την συμμετοχή των πολιτών που ενδιαφέρονται για ένα συγκεκριμένο ζήτημα και την εστιάζουν σε κατάλληλες δράσεις. Ως συμμετοχικοί θεσμοί δέχονται – και πρέπει να μπορούν να δέχονται – δωρεές από το κοινό. Σε πολύ απλά ελληνικά, “αν θέλω να με εκπροσωπήσει η Greenpeace, πρέπει κάπως να την στηρίξω”. Αυτό φυσικά προϋποθέτει διαφάνεια και λογοδοσία.

Δυστυχώς, όπως πολλοί άλλοι δημοκρατικοί θεσμοί έτσι και αυτός δεν θα μπορούσε να ξεφύγει από τα δίχτυα της διαφθοράς και της έλλειψης λογοδοσίας και διαφάνειας που χαρακτηρίζουν την ελληνική δημοκρατία. Το όνομα των ΜΚΟ έχει σπιλωθεί επειδή πολλοί από αυτούς έχουν γίνει παραμάγαζα πολιτικών ή είναι βιτρίνες και πολλοί παρουσιάζουν γενικώς σοβαρά ελλείματα διαφάνειας. Έτσι λοιπόν προκύπτει ένα πρόβλημα το οποίο βραχυκυκλώνει την αντιπροσωπευτική ικανότητα των ΜΚΟ: ηθικά, η δωρεά είναι καταδικαστέα, αφού θεωρείται εκ προοιμίου ότι αυτοί οι οργανισμοί είναι ανέντιμοι, διεφθαρμένοι ή εξυπηρετούν συμφέροντα. Η δωρεά καθεαυτή είναι πράξη με απώτερο συμφέρον και συνεπώς ο δωρητής θεωρείται ηθικά κολάσιμος. Όταν όμως οι ΜΚΟ δεν λειτουργούν με χρήματα του κοινού, τότε παύει η αντιπροσωπευτική τους λειτουργία.

Η δωρεά από  οποιονδήποτε – συμπεριλαμβανομένων και πολιτικών – δεν είναι και δεν πρέπει να είναι καταδικαστέα. Οποιοσδήποτε μπορεί να ενδιαφέρεται για ένα δημόσιο ζήτημα και οι πολιτικοί μπορεί να εκλέγονται από περιφέρειες που έχουν προβλήματα με τα οποία ασχολείται μία ΜΚΟ. Οι δωρεές όμως πρέπει καταρχήν να είναι δημοσίως κοινοποιημένες, και οι δοσοληψίες του εκάστοτε οργανισμού να είναι διαφανείς. Οι οργανισμοί αυτοί δεν είναι υποχρεωμένοι να είναι “ουδέτεροι”, αφού εξ ορισμού εκφράζουν άποψη και εκπροσωπούν ομάδες πίεσης. Οφείλουν όμως να αποκαλύπτουν με λεπτομέρεια ποια είναι τα έσοδα τους και που αυτά δαπανώνται.

Ένα πολύ ενδιαφέρον παράδειγμα έρχεται από τις ΗΠΑ. Πρόκειται για τον ProPublica ο οποίος είναι ένα online μέσο, με στάτους ΜΚΟ του οποίου η αποστολή είναι η ερευνητική δημοσιογραφία. Το μότο του είναι “δημοσιογραφία για το δημόσιο συμφέρον” και η θεματολογία του καλύπτει πολλά “καυτά” ζητήματα της δημόσιας ζωής των ΗΠΑ, συμπεριλαμβανομένου του Γκουανταναμο, του Αφγανιστάν και άλλων. Το αξιοσημείωτο όμως, είναι ότι διακρίθηκε με το βραβείο Pulizter για την κάλυψη των ευθυνών της Wall Street στην οικονομική κρίση. Τα ευρήματα της έρευνας χρησιμοποιήθηκαν από εξεταστικές επιτροπές του Αμερικανικού κογκρέσου στις ακροάσεις για την χρηματο-οικονομική κρίση.  Σε περίοπτη θέση στο website εχει link “Donate”. Αν κινδύνευαν οι συντάξεις σας από τον τζόγο της Wall Street, θα τα δίνατε;