Monthly Archive for January, 2012

Η αριστερά, η δεξιά και το μνημόνιο

Το Βήμα είχε στην αρχή της προηγούμενης εβδομάδας μία online δημοσκόπηση με τίτλο “Μπορεί η αριστερά να προσφέρει εναλλακτική λύση;”

Τα αποτελέσματά της είναι πολύ ενδιαφέροντα:

 

Το αποτέλεσμα κάνει ακόμα μεγαλύτερη εντύπωση λόγω του ότι οι παραδοσιακοί αναγνώστες του Βήματος δεν ανήκουν στο χώρο της δεξιάς. Εικάζουμε ότι στο δείγμα είναι και πολλοί απογοητευμένοι αριστεροί.

Το poll αυτό είναι ενδεικτικό της κατάστασης στην οποία έχει περιέλθει η αριστερά στην Ελλάδα. Έχοντας επί χρόνια την ιδεολογική ηγεμονία, μπορούσε να θέτει τους όρους και να ορίζει την ατζέντα του δημόσιου διαλόγου, υψώνοντας παράλληλα ιδεολογικά σκιάχτρα σε κάθε προσπάθεια μεταρρύθμισης.

Σε αυτό το διάστημα η έννοια της δημόσιας σφαίρας και του δικαιώματος συμμετοχής σε αυτήν κατακρεουργήθηκαν. Τώρα που ήρθε ο λογαριασμός, η αριστερά, έχοντας εξαντλήσει το καύσιμό της, δεν έχει εναλλακτική πρόταση στην κρίση και απογοητεύει τους ψηφοφόρους της. Η χώρα δεν έχει περιθώριο για Κεϋνσιανές πολιτικές, όχι γιατί αυτές είναι ανεφάρμοστες, αλλά γιατί τον καιρό τον παχιών αγελάδων δεν βάλαμε τίποτα στην άκρη. Χρόνια τώρα, με δάνεια, χρηματοδοτούμε δημόσιες δαπάνες προς κατανάλωση και όχι προς επένδυση. Έτσι η πίτα δεν έχει μεγαλώσει και δεν μπορούμε να τα αποπληρώσουμε, αλλά δεν μπορούμε ούτε να υποτιμήσουμε το νόμισμα ώστε να εξάγουμε πιο εύκολα. Δεδομένου του ευρώ, η μόνη λύση είναι η αύξηση της παραγωγικότητας και η μείωση του εσωτερικού κόστους. Στο εγχώριο περιβάλλον προστίθεται το ιδιαίτερα δυσμενές για τη χώρα διεθνές περιβάλλον. Το μνημόνιο από τη μία προωθεί απαραίτητες μεταρρυθμίσεις, τις οποίες η χώρα έπρεπε να έχει περάσει και χωρίς αυτό, αλλά η εφαρμογή του είναι μονομερής και ασυνάρτητη με την εξέλιξη της οικονομίας. Ακόμα πιο σημαντικό, οι πολιτικές που εφαρμόζει ευνοούν τις χώρες του βορρά οι οποίες θέλουν τα πλεονεκτήματα της οικονομικής ηγεμονίας της Ευρώπης χωρίς τις υποχρεώσεις της. Αυτό αποτυπώνεται ξεκάθαρα στην δημοσιονομική συνθήκη που προωθούν οι Γερμανοί.

Το πολιτικό σύστημα δεν θέλει να αναλάβει καμία ευθύνη. Αντί να προσπαθεί να ισορροπήσει ανάμεσα στην ανάγκη για μεταρρύθμιση και τη διαπραγμάτευση της εφαρμογής των μέτρων, αντιστέκεται προσπαθώντας να κρατήσει το πελατειακό του σύστημα ανέπαφο. Η αριστερά δεν θέλει να ταυτιστεί ούτε με λιτότητα ούτε με επώδυνα μέτρα. Ως κυρίαρχη ιδεολογία (με τη δεξιά να ακολουθεί το παράδειγμά της κατά πόδας), προσπαθεί να διατηρήσει το μοντέλο ως είχε. Γι’ αυτό και ο Κουβέλης ναι μεν εισπράττει τις διαρροές του ΠΑΣΟΚ, αλλά επί του συγκεκριμένου δεν έχει καμία απολύτως πρόταση. Διότι λεφτά δεν υπάρχουν, και το ξέρουν όλοι πλέον, αλλά οι αριστερές πολιτικές τα απαιτούν. Ο Σαμαράς από την άλλη, μή θέλοντας να παραδεχτεί ότι δεν έχει να δώσει, έπαιξε “εθνική αντίσταση” στο μνημόνιο και ανακοίνωσε ένα ανεφάρμοστο οικονομικό σχέδιο στο Ζάππειο ΙΙ. Η επιλογή του  τον έφερε στην αστεία κατάσταση να συγκυβερνά προσποιούμενος ότι δεν συγκυβερνά, ώστε να μην εισπράττει φθορά από τα μέτρα.

Δυστυχώς, αυτό που πρέπει να μάθουμε σε αυτήν τη χώρα είναι ότι τα στοιχεία είναι η σταθερά του πολιτικού διαλόγου, και στην περίπτωση της Ελλάδας τα στοιχεία είναι αμείλικτα: δείχνουν ότι η χώρα θα βρίσκεται σε δεινή οικονομική θέση για πολλά χρόνια. Η στάση που θα τηρήσει ο κάθε πολιτικός χώρος βασιζόμενος στα δεδομένα αυτά είναι θέμα ιδεολογικού προσανατολισμού του. Όσο πιο δίκαιος ο καταμερισμός του βάρους των μεταρρυθμίσεων και όσο ευνοϊκότερη για την χώρα η διαπραγμάτευση, τόσο το καλύτερο. Όμως, η αριστερά πρέπει να αποφασίσει ότι ακόμα και στην περίπτωση που ξαναβρεθεί στην εξουσία μετά τις επόμενες εκλογές, θα πρέπει να πάρει αντιδημοφιλή μέτρα: λεφτά δεν υπάρχουν. Η δεξιά παρομοίως πρέπει να καταλάβει ότι και αυτή δεν θα μπορέσει να συνεχίσει χωρίς να αποκτήσει νέο, ικανό πολιτικό προσωπικό, και ότι αν κληθεί να κυβερνήσει, θα κυβερνήσει με την κρίση να πλανάται πάνω από τη χώρα, θέλει δεν θέλει. Ο καιρός τού “είμαι ασαφής για να εισπράττω” και του “κυβερνώ αλλά δεν συγκυβερνώ” έχει ήδη παρέλθει. Η χώρα χρειάζεται ικανή πολιτική στελέχωση, γιατί τα πράγματα είναι δύσκολα και εντός και εκτός αυτής.

Τι συμβαίνει πάλι με την ΕΛΣΤΑΤ;

Είναι πλέον κωμωδία αυτό που εκτυλίσσεται με τα στατιστικά της χώρας.
Το Βήμα αναφέρει ότι “Με απορία παρακολουθούν στις Βρυξέλλες την «υπόθεση ΕΛΣΤΑΤ»”.

Είναι να μην παρακολουθούν με απορία; Το 2004 η Ελλάδα αναθεώρησε το έλλειμμά της προς τα πάνω με πρόφαση την διαφάνεια και την σαφή αποτύπωση της οικονομικής κατάστασης της χώρας. Δύο χρόνια αργότερα η Ελλάδα αναθεώρησε το ΑΕΠ της προς τα πάνω συμπεριλαμβάνοντας την παραοικονομία στον υπολογισμό του, μεγαλώνοντας έτσι την πίτα και παρουσιάζοντας το έλλειμα (το οποίο η ίδια είχε αναθεωρήσει προς τα πάνω) μικρότερο.

Η κυβέρνηση Παπανδρέου ξανα-αναθεώρησε το έλλειμμά της προς τα πάνω. Με τον ερχομό της κρίσης και την ανάμειξη της ΕΕ, οι στατιστικές της χώρας τέθηκαν εξολοκλήρου υπό αμφισβήτηση και ειπώθηκε δημοσίως αυτό που όλοι ξέραμε ιδιωτικά, ότι οι στατιστικές της Ελλάδας εκπονούνται υπό πολιτική πίεση. Έγινε λοιπόν φασαρία και υποτίθεται ότι θεσμοθετήθηκε και θωρακίστηκε η ανεξαρτησία της ΕΛΣΤΑΤ.

Τώρα, με την υπόθεση Γεωργαντά, η οποία πάλι “βρωμάει” πολιτική ανάμειξη, αμφισβητούνται εκ νέου τα στοιχεία σε μία περίοδο σκληρών διαπραγματεύσεων με τους Ευρωπαίους εταίρους οι οποίοι έχουν επιβλέψει και δεχτεί τα στοιχεία αυτά καλή τη πίστει. Αν η Γεωργαντά υποκινείται από πολιτική σκοπιμότητα, όπως φαίνεται, τότε πρέπει να αναρωτηθούμε για το πολιτικό προσωπικό της χώρας που συνεχώς παίζει με τα νούμερα χωρίς να σέβεται ότι ορισμένα πράγματα δεν σηκώνουν πολιτική ανάμειξη. Εμείς απορούμε πώς είναι δυνατόν μία “σύγχρονη” (το σύγχρονη το βάλαμε σε εισαγωγικά σκοπίμως) χώρα να διεξάγει δημόσια πολιτική και δημόσιο διάλογο χωρίς να έχει σαφή επίγνωση των βασικών μεγεθών πάνω στα οποία διεξάγεται ο δίαλογος. Ξεχάσαμε, προσωρινά, ότι στην Ελλάδα ο διάλογος γίνεται στον αέρα με εξυπνακισμούς και πυροτεχνήματα, χωρίς ίχνος ουσίας.

Η ομιλία Σημίτη και ο λαϊκισμός των ΜΜΕ

Η Παραπολιτική δημοσιεύει εξ ολοκλήρου την ομιλία του Κώστα Σημίτη στο Ίδρυμα Heinrich Boll, με θέμα “Ελλάδα quo vadis;”

Η ομιλία είναι εξαιρετική. Δίνει μία συνολική εικόνα της κρίσης στην Ελλάδα, καταλογίζοντας ευθύνες τόσο στις πολιτικές ηγεσίες της Ελλάδας για τα λάθη και την αδυναμία διαπραγμάτευσης των όρων του μνημονίου, όσο και στις πολιτικές ηγεσίες των χωρών της βόρειας Ευρώπης, οι οποίες θεωρούν ότι στην ανάπτυξη είμαστε μαζί και στην ύφεση χώρια.

Τα ελληνικά ΜΜΕ όμως πήραν μία πρόταση της ομιλίας (και αυτή παραποιημένη), βγάζοντας την εκτός συμφραζομένων, προκειμένου να εξάγουν τα συμπεράσματα τα οποία τα ίδια ήθελαν αντί να αποπειραθούν να μεταδώσουν το απόσταγμα της ομιλίας. Ισχυρίστηκαν ότι ο Σημίτης είπε ότι ήταν “μοιραίο λάθος η προσφυγή στο μνημονίο”. Είναι τα ίδια ΜΜΕ που δεν αντιλήφθηκαν τον ερχομό της κρίσης, και αναπαρήγαγαν άκριτα τους ισχυρισμούς της κυβέρνησης Καραμανλή ότι η Ελλάδα δεν διατρέχει κινδύνους γιατί δεν είναι εκτεθιμένη σε τοξικά προϊόντα.

Η παραποίηση είναι καταφανής αν δει κανείς όλη την παράγραφο, στην οποία ο Σημίτης αναφέρεται στο “μοιραίο λάθος”:

Οι συντάκτες του Μνημονίου είχαν παραλείψει επίσης να συναρτήσουν τους στόχους τους με τις πραγματικές εξελίξεις, να προβλέψουν δηλαδή ότι σε περίπτωση ύφεσης θα παρατείνεται αυτόματα ο χρόνος πραγματοποίησης των στόχων ή και θα περιορίζονται ορισμένες επιδιώξεις. Ήταν ένα πολιτικά μοιραίο λάθος. Η παράλειψη είχε ως αποτέλεσμα να εξακολουθεί το αρχικό σκληρό πρόγραμμα λιτότητας παρά την ύφεση που επήλθε και να επιτείνει κατά πολύ την ύφεση.

Είναι καταφανές ότι είναι πολύ πιο σύνθετο το πλαίσιο των γεγονότων στο οποίο αναφέρεται ο κ. Σημίτης.

Τα ΜΜΕ είναι το νευρικό σύστημα της δημοκρατίας. Είναι ελεύθερα να σχολιάζουν τα γεγονότα όπως θέλουν. Δεν έχουν όμως το δικαίωμα να παραποιούν τα γεγονότα με στόχο την τηλεθέαση, το εύπεπτο πολιτικό δίλεπτο, ή την πολιτική σκοπιμότητα.  Όταν μεταδίδουν γεγονότα καταφανώς παραποιημένα δημιουργούν μία ψευδή αίσθηση της πραγματικότητας. Και τότε μας πιάνει η κρίση στον ύπνο.

 

Ο πλούτος και η ένδεια των εθνών: η περίπτωση της Ελλάδας

Πρόσφατα διαβάσαμε ένα άρθρο του Θοδωρή Γεωργακόπουλου, με τίτλο “Κι Αν Η Ελλάδα Αξίζει Να Καταρρεύσει;”.

Στο άρθρο, ο Θοδωρής Γεωργακόπουλος  εξετάζει την σύγχρονη Ελλάδα υπό το πρίσμα θεωριών που προσπαθούν να ερμηνεύσουν τους λόγους για τους οποίους οι πολιτισμοί ακμάζουν ή καταρρέουν. Είναι πολύ εύστοχο και αξίζει να διαβαστεί λόγω του μεγάλου εύρους του.

Ο Γεωργακόπουλος καταλήγει στον Mancur Olson, ο οποίος αναλύει την κατάρρευση και αναδόμηση κοινωνιών από αποκλειστικά οικονομική σκοπιά, και το επιχείρημα είναι πειστικό: ότι η Ελλάδα δεν αναπτύσσεται λόγω του ότι είναι μία οικονομικά συντηρητική κοινωνία με καρτέλ, συντεχνίες κλπ.

Ο Γεωργακόπουλος θα μπορούσε να έχει πάει την ανάλυσή του ένα βήμα παραπέρα. Καταλήγοντας στον Όλσον, εξηγεί τις οικονομικές αιτίες της κατάρρευσης. Όπως εξηγεί ο David S. Landes στο “The Wealth and Poverty of Nations: Why Some Are So Rich and Some So Poor”, πίσω όπως από τις οικονομικές αιτίες υπάρχουν συμπεριφορές που καθορίζονται από ένα αξιακό σύστημα. Αυτό το αξιακό σύστημα είναι στο κέντρο της οικονομικής ακμής (η παρακμής): κοινωνική ευσυνειδησία, η προδιάθεση για σκληρή δουλειά (το λεγόμενο work ethic) κτλ. Όταν αυτά είναι απόντα, τότε καταλήγουμε σε κοινωνίες όπως η σύγχρονη Ελλάδα. Με άλλα λόγια η οικονομική παρακμή είναι σύμπτωμα ενός παρακμάζοντος αξιακού συστήματος που δεν προωθεί την δημοκρατία, την εμπιστοσύνη και σεβασμό στους θεσμούς, τον σεβασμό προς τον πλησίον, την διάθεση για επιστημονική πρόοδο και την επιδίωξη της γνώσης.

Δεν είναι τυχαίο, σύμφωνα με τον Landes, ότι πολλές χώρες με φυσικό πλούτο είναι πάμπτωχες, ενώ άλλες, με πολύ λιγότερο φυσικό πλούτο είναι οικονομικά ισχυρές λόγω των αξιών που διέπουν τον δημόσιο βίο τους.

Το πιστόλι του Παπαδήμου

Το περίφημο πιστόλι της κυβέρνησης ΓΑΠ φαίνεται τελικά ότι το έφερε στο τραπέζι ο Λουκάς Παπαδήμος.

Θεωρούμε σωστή την διαπραγματευτική γραμμή που φαίνεται να ακολουθεί η κυβέρνηση του, ειδικά αφού προκύπτει – και με στοιχεία πλέον – ότι η κυβέρνηση ΓΑΠ δεν διαπραγματεύτηκε για να αποσπάσει υποχωρήσεις από την πλευρά της Τρόικας, ακόμα και αν λάβει κανείς υπόψιν το γεγονός ό,τι το διεθνές περιβάλλον ήταν τότε πολύ ηπιότερο από ότι είναι σήμερα.

Οι διαπραγματεύσεις όμως δεν γίνονται με την αγιαστούρα. Στον στίβο των διεθνών σχέσεων όπου οι διακρατικές σχέσεις καθορίζονται περισσότερο από την ισχύ και λιγότερο από το δίκαιο, η διαπραγμάτευση δεν είναι υπόθεση αλληλοκατανόησης και δίκαιου συμβιβασμού. Είναι μία διελκυστίνδα κατά την οποία ο καθένας προσπαθεί να πάρει όσα περισσότερα μπορεί μέχρι να βρει ισχυρή αντίσταση από την αντίθετη πλευρά. Επιπλεόν, είναι παιχνίδι μπλόφας, και γι’ αυτό η “τρέλα” είναι έγκυρη διαπραγματευτική τακτική.

Σε μία σημαντική συνέντευξη στους New York Times η οποία πέρασε στα ψιλά γράμματα στα ελληνικά μέσα, ο Παπαδήμος δήλωσε ότι (οι εμφάσεις στο κείμενο είναι δικές μας):

Mr. Papademos said that if Greece did not receive 100 percent participation in a program in which bondholders would voluntarily write down $130 billion from Greece’s unwieldy $450 billion debt,
the country would consider passing a law to require holdouts to take losses.

“It is something that has to be considered in the light of expectations about the degree of the participation to be achieved,” Mr. Papademos said. “It cannot be excluded. It is contingent on the percentage.”

Many private investors, like hedge funds, pension funds and banks, would just as soon see an involuntary default, because much of their holdings are insured through credit default swaps.

But European leaders are dead set against such a “credit event,” which could ignite a chain reaction with unpredictable and potentially catastrophic results for the world financial system.

Με άλλα λόγια ο Παπαδήμος έχει βάλει τις τράπεζες να τσακώνονται με τα hedge funds που δεν συμφωνούν με το κούρεμα. Οι τράπεζες καταλαβαίνουν ότι αν δεν δεχτούν όλοι ένα συμβιβαστικό επιτόκιο, υπάρχει περίπτωση να πάρουν πολύ λιγότερα από αυτά που είναι τώρα στο τραπέζι. Επιπλέον, η περίπτωση που η Ελλάδα προχωρήσει σε μονομερή αναδιάρθρωση θα θεωρηθεί credit event. Τότε οι τράπεζες θα αναγκαστούν να εξοφλήσουν τα ασφάλιστρα που έχουν αγοράσει τα hedge funds. Αυτή, φυσικά, είναι ανεπιθύμητη κατάληξη τόσο για τις τράπεζες οι οποίες θα καταρεύσουν, όσο και για τους Ευρωπαίους ηγέτες των οποίων οι κυβερνήσεις θα κληθούν να τις επανακεφαλαίοποιήσουν.

Φυσικά υπάρχει η απειλή και της δικής μας χρεοκοπίας. Στην παρούσα συγκυρία όμως η δική μας χρεοκοπία σημαίνει καταστροφή, όχι μόνο για εμάς αλλά και για τους υπολοίπους, και αυτό οι εταίροι μας το ξέρουν. Αποθανέτω η ψυχή μου μετά των αλλοφύλων.

Κεϋνσιανισμός στην Ελλάδα: ο τζίτζικας και ο μέρμηγκας – ένα σύντομο σχόλιο

Ο Μάνος Ματσαγγάνης δημοσίευσε στο blog του μία εκπληκτική όμιλια που έδωσε σε εκδήλωση της Δημοκρατικής αριστεράς. Αξίζει να διαβαστεί εξ ολοκλήρου.

Εμείς θα σταθούμε σε ένα σημείο της ομιλίας:

[...] Σήμερα έχουμε γίνει όλοι κεϋνσιανοί – και διαβάζουμε μανιωδώς τα άρθρα του Krugman, επικροτώντας με ενθουσιασμό την προειδοποίησή του ότι δεν είναι πολύ καλή ιδέα να προσπαθείς να μειώνεις τα ελλείμματα στη διάρκεια της ύφεσης. Σωστά: τα ελλείμματα πρέπει να τα μειώνεις στη διάρκεια της ανόδου της οικονομίας. Κρίμα που στην προ κρίσης περίοδο, όταν επί 10-12 χρόνια είχαμε από τους υψηλότερους ρυθμούς (όπως αποδείχθηκε, σαθρής) ανάπτυξης στην ΕΕ (+4% ετησίως), αντί να μειώσουμε τα ελλείμματα τα αφήσαμε να αυξάνονται ανεξέλεγκτα.

Δυστυχώς ο Κεϋνσιανισμός έχει μεταφερθεί στην Ελλάδα ως κακέκτυπο της αρχικής του έκδοσης,  όπως πάρα πολλά άλλα πράγματα. Το σκέλος των δικαιωμάτων έχει μεταφερθεί αυτούσιο χωρίς φυσικά το σκέλος των υποχρεώσεων. Πρώτη “υποχρέωση” είναι ότι οι κεϋνσιανές πολιτικές απαιτούν μια υγιή παραγωγική βάση. Για να τονώθει η οικονομία πρέπει να στοιχειώνεται από κάτι που να επιδέχεται τόνωσης. Η δεύτερη υποχρέωση, και όπως πολύ σωστά επισημαίνει ο Ματσαγγάνης, είναι ότι ο κεϋνσιανισμός απαιτεί counter-cyclical πολιτικές: Αποταμίευση στην ανάπτυξη του οικονομικού κύκλου ώστε να δημιουργούνται πλεονάσματα για δαπάνες στην ύφεση.

Ο τζίτζικας και ο μέρμηγκας δηλαδή. Είναι πολύ βολικό να είμαστε μόνο τζίτζικες, αλλά χωρίς τους μέρμηγκες οι τζίτζικες λιμοκτονούν.