Το Βήμα είχε στην αρχή της προηγούμενης εβδομάδας μία online δημοσκόπηση με τίτλο “Μπορεί η αριστερά να προσφέρει εναλλακτική λύση;”
Τα αποτελέσματά της είναι πολύ ενδιαφέροντα:
Το αποτέλεσμα κάνει ακόμα μεγαλύτερη εντύπωση λόγω του ότι οι παραδοσιακοί αναγνώστες του Βήματος δεν ανήκουν στο χώρο της δεξιάς. Εικάζουμε ότι στο δείγμα είναι και πολλοί απογοητευμένοι αριστεροί.
Το poll αυτό είναι ενδεικτικό της κατάστασης στην οποία έχει περιέλθει η αριστερά στην Ελλάδα. Έχοντας επί χρόνια την ιδεολογική ηγεμονία, μπορούσε να θέτει τους όρους και να ορίζει την ατζέντα του δημόσιου διαλόγου, υψώνοντας παράλληλα ιδεολογικά σκιάχτρα σε κάθε προσπάθεια μεταρρύθμισης.
Σε αυτό το διάστημα η έννοια της δημόσιας σφαίρας και του δικαιώματος συμμετοχής σε αυτήν κατακρεουργήθηκαν. Τώρα που ήρθε ο λογαριασμός, η αριστερά, έχοντας εξαντλήσει το καύσιμό της, δεν έχει εναλλακτική πρόταση στην κρίση και απογοητεύει τους ψηφοφόρους της. Η χώρα δεν έχει περιθώριο για Κεϋνσιανές πολιτικές, όχι γιατί αυτές είναι ανεφάρμοστες, αλλά γιατί τον καιρό τον παχιών αγελάδων δεν βάλαμε τίποτα στην άκρη. Χρόνια τώρα, με δάνεια, χρηματοδοτούμε δημόσιες δαπάνες προς κατανάλωση και όχι προς επένδυση. Έτσι η πίτα δεν έχει μεγαλώσει και δεν μπορούμε να τα αποπληρώσουμε, αλλά δεν μπορούμε ούτε να υποτιμήσουμε το νόμισμα ώστε να εξάγουμε πιο εύκολα. Δεδομένου του ευρώ, η μόνη λύση είναι η αύξηση της παραγωγικότητας και η μείωση του εσωτερικού κόστους. Στο εγχώριο περιβάλλον προστίθεται το ιδιαίτερα δυσμενές για τη χώρα διεθνές περιβάλλον. Το μνημόνιο από τη μία προωθεί απαραίτητες μεταρρυθμίσεις, τις οποίες η χώρα έπρεπε να έχει περάσει και χωρίς αυτό, αλλά η εφαρμογή του είναι μονομερής και ασυνάρτητη με την εξέλιξη της οικονομίας. Ακόμα πιο σημαντικό, οι πολιτικές που εφαρμόζει ευνοούν τις χώρες του βορρά οι οποίες θέλουν τα πλεονεκτήματα της οικονομικής ηγεμονίας της Ευρώπης χωρίς τις υποχρεώσεις της. Αυτό αποτυπώνεται ξεκάθαρα στην δημοσιονομική συνθήκη που προωθούν οι Γερμανοί.
Το πολιτικό σύστημα δεν θέλει να αναλάβει καμία ευθύνη. Αντί να προσπαθεί να ισορροπήσει ανάμεσα στην ανάγκη για μεταρρύθμιση και τη διαπραγμάτευση της εφαρμογής των μέτρων, αντιστέκεται προσπαθώντας να κρατήσει το πελατειακό του σύστημα ανέπαφο. Η αριστερά δεν θέλει να ταυτιστεί ούτε με λιτότητα ούτε με επώδυνα μέτρα. Ως κυρίαρχη ιδεολογία (με τη δεξιά να ακολουθεί το παράδειγμά της κατά πόδας), προσπαθεί να διατηρήσει το μοντέλο ως είχε. Γι’ αυτό και ο Κουβέλης ναι μεν εισπράττει τις διαρροές του ΠΑΣΟΚ, αλλά επί του συγκεκριμένου δεν έχει καμία απολύτως πρόταση. Διότι λεφτά δεν υπάρχουν, και το ξέρουν όλοι πλέον, αλλά οι αριστερές πολιτικές τα απαιτούν. Ο Σαμαράς από την άλλη, μή θέλοντας να παραδεχτεί ότι δεν έχει να δώσει, έπαιξε “εθνική αντίσταση” στο μνημόνιο και ανακοίνωσε ένα ανεφάρμοστο οικονομικό σχέδιο στο Ζάππειο ΙΙ. Η επιλογή του τον έφερε στην αστεία κατάσταση να συγκυβερνά προσποιούμενος ότι δεν συγκυβερνά, ώστε να μην εισπράττει φθορά από τα μέτρα.
Δυστυχώς, αυτό που πρέπει να μάθουμε σε αυτήν τη χώρα είναι ότι τα στοιχεία είναι η σταθερά του πολιτικού διαλόγου, και στην περίπτωση της Ελλάδας τα στοιχεία είναι αμείλικτα: δείχνουν ότι η χώρα θα βρίσκεται σε δεινή οικονομική θέση για πολλά χρόνια. Η στάση που θα τηρήσει ο κάθε πολιτικός χώρος βασιζόμενος στα δεδομένα αυτά είναι θέμα ιδεολογικού προσανατολισμού του. Όσο πιο δίκαιος ο καταμερισμός του βάρους των μεταρρυθμίσεων και όσο ευνοϊκότερη για την χώρα η διαπραγμάτευση, τόσο το καλύτερο. Όμως, η αριστερά πρέπει να αποφασίσει ότι ακόμα και στην περίπτωση που ξαναβρεθεί στην εξουσία μετά τις επόμενες εκλογές, θα πρέπει να πάρει αντιδημοφιλή μέτρα: λεφτά δεν υπάρχουν. Η δεξιά παρομοίως πρέπει να καταλάβει ότι και αυτή δεν θα μπορέσει να συνεχίσει χωρίς να αποκτήσει νέο, ικανό πολιτικό προσωπικό, και ότι αν κληθεί να κυβερνήσει, θα κυβερνήσει με την κρίση να πλανάται πάνω από τη χώρα, θέλει δεν θέλει. Ο καιρός τού “είμαι ασαφής για να εισπράττω” και του “κυβερνώ αλλά δεν συγκυβερνώ” έχει ήδη παρέλθει. Η χώρα χρειάζεται ικανή πολιτική στελέχωση, γιατί τα πράγματα είναι δύσκολα και εντός και εκτός αυτής.

Follow us on: