Monthly Archive for October, 2011

Περί Δικηγορικών Συλλόγων και λοιπών ελίτ

Μία πύρινη λαϊκίστικη ανακοίνωση και μία χυδαία αφίσα καταδεικνύουν την αδυναμία των  Δικηγορικών Συλλόγων της Ελλάδας να σταθούν στο ύψος των περιστάσεων. Ο λόγος για την αντιδραση του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών στην επίσκεψη που έκανε η τρόικα στο Πρωτοδικείο Αθηνών, προκειμένου να ενημερωθεί για τον τρόπο λειτουργίας της Ελληνικής Δικαιοσύνης. Σύμφωνα με την «Συντονιστική Επιτροπή των Προέδρων των Δικηγορικών Συλλόγων του Κράτους», η συνάντηση της τρόικα με τις προϊστάμενες αρχές του Πρωτοδικείου δεν νομιμοποιείται καθ’οιονδήποτε τρόπο. Και ως εδώ θα συμφωνήσουμε: η Δικαιοσύνη είναι ένας ευαίσθητος τομέας και οι όποιες παρεμβάσεις οφείλουν να γίνονται αποκλειστικά από την εθνική πολιτική ηγεσία.

Η ρητορική, όμως, της ανακοίνωσης είναι απαράδεκτη, ειδικά στη σημερινή συγκυρία. Ο ΔΣΑ συμπλέει με τις συνομωσιολογικές απόψεις που θέλουν την τρόικα να είναι μίσθαρνο όργανο της γνώστης-άγνωστης «νέας τάξης πραγμάτων» και των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων. Και ήρθε εδώ για να «εξανδραποδίσει το ελεύθερο φρόνημα» του Έλληνα Δικαστή – με κεφαλαία, βεβαίως βεβαίως, για να μη βρωμάει, να μη λερώνει, να μην ιδρώνει ο ιδεατός Έλλην δικαστικός.

Ο ΔΣΑ βρίσκεται και αυτός σε άρνηση, όπως όλες οι οργανωμένες επαγγελματικές ομάδες της χώρας. Η Ελληνική Δικαιοσύνη δεν πάσχει από χρόνια προβλήματα, παραδικαστικό δεν υπήρξε ποτέ, όλοι κάνουν τη δουλιά τους ως οφείλουν, κανένας δικηγόρος δεν φοροδιαφεύγει. Και όλα αυτά λίγες ημέρες αφού ο ΔΣΑ αφαίρεσε τον τίτλο του επίτιμου δικηγόρου από τον κ. Πάγκαλο, επειδή οι δηλώσεις του φέρονταν ενάντια στους δικηγόρους. Χωρίς να ενστερνιζόμαστε τα λεγόμενα του Αντιπροέδρου της Κυβέρνησης, υποθέτουμε ότι για κάποιο λόγο του είχε απονεμηθεί ο ως άνω τίτλος. Άρα, δύο τα τινά : είτε ο ΔΣΑ θεωρεί πως όταν κάποιος του εναντιώνεται, αναιρείται και η έως τώρα πορεία του και λογοκρίνεται, «επειδή δεν εκτίμησε την τιμή που του έκαναν». Είτε, ευθύς εξαρχής, ο κ. Πάγκαλος ανακυρήχθηκε επίτιμος δικηγόρος για πολιτικούς και συμφεροντολογικούς λόγους, χωρίς ποτέ να το αξίζει.

Οι κινήσεις αυτές του ΔΣΑ είναι παραδειγματικές της κοντόθωρης σκέψης του νεοελληνικού κατεστημένου. Κατ’εμάς μία έντιμη και πραγματικά γενναία στάση θα απαιτούσε ο ΔΣΑ να παραδεχθεί ότι μεταξύ όλων των εξουσιών και η Ελληνική Δικαιοσύνη πάσχει από πολλά προβλήματα, τα οποία πρέπει να επιλύσουμε, αλλά ότι είναι εθνική μας υπόθεση και θα βρούμε τις λύσεις με τις δικές μας δυνάμεις.

Όσοι κρύβονται πίσω από το δακτυλό τους, με μόνο επιχείρημα την πολύχρονη κοινωνική και εθνική τους «προσφορά» δεν μας είναι μόνο άχρηστοι, αλλά είναι και επιζήμιοι, αν όχι επικίνδυνοι. Οι ελίτ της χώρας πρέπει να αναγνωρίσουν τα λάθη μας, τα συντεχνιακά και τα συλλογικά, να διαμοιράσουν τις ευθύνες τηρώντας την αρχή της αναλογικότητας, να εφεύρουν λύσεις και να προσδώσουν όραμα στην παρούσα προσπάθεια. Για την ώρα πιάνονται από τα μαλλιά τους.

“Όπως οι Ευρωπαίοι μονάρχες”

Συχνά σε πολιτικές συζητήσεις για την κρίση, η κουβέντα καταλήγει στο εξής επιχείρημα: “Καλά, περιμένετε το πολιτικό σύστημα που μας έβαλε στην κρίση να μας βγάλει από αυτήν;”. Με άλλα λόγια, το ερώτημα που τίθεται είναι κατά πόσον είναι δυνατόν ένα πολιτικο σύστημα να προχωρήσει σε μεταρυθμίσεις οι οποίες θα σημάνουν τον θάνατο του πολιτικού προσωπικού που τις προωθεί. Μπορούν οι Έλληνες πολιτικοί να επιβλέψουν την πολιτική αυτοκτονία τους;

Ιστορικό ανάλογο πολιτικής αυτόκτονίας υπάρχει. Τον 18ο και το 19ο αιώνα οι Ευρωπαίοι μονάρχες αντιμετώπιζαν μία δυναμική και ανερχόμενη μεσαία τάξη, η οποία λόγω του αυξανόμενου της πλούτου, και ενδυναμωμένη ιδεολογικά από τα ιδανικά του διαφωτισμού, απαιτούσε ολοένα και περισσότερα πολιτικά δικαιώματα. Οι μονάρχες κατάλαβαν ότι αν δεν προχωρήσουν από μόνοι τους σε πολιτικές μεταρρύθμισεις, δίνοντας περισσότερα πολιτικά δικαιώματα στη αναδυόμενη τάξη και αναγνωρίζοντας σε πολιτικό επίπεδο την διαμορφούμενη κοινωνική και οικονομική πραγματικότητα, η πολιτική (και φύσικη σε πολλές περιπτώσεις) εξόντωση τους ήταν σίγουρη.

Φυσικά, το πρόβλημα σήμερα δεν είναι το ίδιο. Οι δυναμικές της κρίσης όμως παραμένουν οι ίδιες: έχουμε αναδιατασσόμενες κοινωνικές δυνάμες και ένα όλο και πιο ρευστό εκλογικό σώμα.

Είναι καταρχήν αληθές ότι χωρίς κρίσεις, ριζικές αλλαγές δεν γίνονται. Όταν κάτι λειτουργεί – έστω και με πολλά προβλήματα – αναπτύσσεται αδράνεια και κανείς δεν είναι διατεθιμένος να κάνει τομές και να θίξει συμφέροντα. Σε καιρούς κρίσης, αντιθέτως, οι πολιτικές τομές είναι καταρχήν εφικτές, καθώς η κρίση τις κάνει πιο ευκολα πραγματοποιήσιμες: η πολιτική βούληση έχει μικρότερο πολιτικό κόστος καθώς η κοινωνία διαπιστώνει ότι κάτι πρέπει να αλλάξει, γεγονός που την κάνει πιο δεκτική.

Παρόλο που είναι πιο εύκολες οι τομές, στην Ελλάδα δεν έχουν πραγματοποιηθεί γιατί προαπαιτείται σύκγρουση με τα συμφέροντα που εκπροσωπούν τα δίκτυα καθε λογής κρατικοδίαιτων αλλα και συγκεκριμένες ομάδες ιδιωτών. Αν τα δίκτυα αυτά τα οποία απολάμβανουν παροχές δυσανάλογες της προσφοράς τους ξηλωθούν, τότε και οι πολιτικοί με τους οποίους έχουν χτίσει σχέση συναλλαγής θα βρεθούν εκτός βουλής. Αν οι μεταρρυθμίσεις προχωρούσαν, οι πολιτικοί σχηματισμοί θα παρέμεναν αλλά η στελέχωσή τους και το πρόγραμμα τους – και συνεπώς οι ομάδες που εκπροσωπούν – θα άλλάζε άρδην. Γι’ αυτό οι πολιτικοί στηλώνουν τα πόδια. Δύο χρόνια τώρα αντί το κυβερνόν κόμμα να προχωρήσει σε τομές, απλώς φορολογεί τις συνήθεις ομάδες των μισθωτών, οι οποίες όντας πολιτικά ανοργάνωτες δεν μπορούν να ασκήσουν πιέσεις ανάλογου μεγέθους με εκείνες των δημοσίων υπαλλήλων. Η επιμονή της κυβέρνησης να μην συρρικνώνει το δημόσιο δείχνει ότι η πολιτική τάξη είναι σε άρνηση, και προσπαθεί ακόμα να διατηρήσει το σύστημα το οποίο μέχρι τώρα εξασφάλιζε την επιβίωση της.

Δυστυχώς, η στρατηγική αυτή έχει κοντά ποδάρια. Κατά πρώτο λόγο είναι αντι-δημοκρατική: φορολογούμαστε όλοι για να εκπροσωπούμαστε όλοι, ανεξαρτήτως πολιτικής ταυτότητας. Αντιθέτως, αυτό το οποίο συμβαίνει στην πράξη είναι να φορολογείται μία ομάδα για να στηρίζεται μία άλλη επειδη η πρωτη έχει “άκρες” ενώ η δεύτερη όχι. Ακόμα και έτσι, όμως, χρήματα δεν υπάρχουν, οπότε τα ρουσφέτια δεν μπορούν να συνεχιστούν. Ο ιδιωτικός τομέας δεν αντέχει άλλη φορολογία, ώστε να παραμένει απείραχτο το δημόσιο. Συνεπώς, η κυβέρνηση θα αναγκαστεί τελικά εκ των πραγμάτων να έρθει σε ρήξη με τον δημόσιο τομέα, χωρίς όμως να έχει φροντίσει να δημιουργήσει καινούριες συμμαχίες με τον ιδιωτικό, τον οποίο χτυπάει προκειμένου να στηρίξει τις πολιτικές συμμαχίες του δημοσίου. Όσο η κυβέρνηση, και η αντιπολίτευση με την ανέξοδη και ανεύθυνή της ρητορική, αρνούνται να αντιμετωπίσουν αυτή την πραγματικότητα, τόσο πιο άγρια αυτή θα τους χτυπήσει την πόρτα.

Αν τα κόμματα δεν δημιουργήσουν νέες πλατφόρμες, ευθυγραμμισμένες με μία νέα εθνική στρατηγική, τότε κινδυνεύουν να διαλυθούν de facto μέσω της κάλπης. Όπως οι ευρωπαίοι μονάρχες, αν δεν αλλάξουν όπως επιβάλλουν οι καιροί, η αλλαγή θα τους παραμερίσει μόνη της.