Monthly Archive for March, 2011

Ανωνυμία και Blogs

Η ελληνική πολιτεία είναι σχετικά νέα και ανώριμη. Ως τέτοια, και επειδή η πολιτική και πολιτισμική της εμπειρία  δεν διαμορφώθηκε κατά τον διαφωτισμό, αλλά μεταφυτεύτηκε από τις ευρωπαϊκές χώρες μετά το τέλος του, έχει μία τάση να κακοποιεί τις έννοιες που σχετίζονται με την δημοκρατία. Ο μέσος Έλληνας τις ερμηνεύει “χονδροειδώς” και συνήθως με ακραίο τρόπο.

Πρώτα από όλα κακοποιείται η ίδια η έννοια της δημοκρατίας: το ελληνικό κακέκτυπο του ευρωπαϊκού δημοκρατικού πνεύματος μεταφράζεται σε “κάνω ότι γουστάρω επειδή έχουμε δημοκρατία”. Ενίοτε εκφράζεται και ως “κάνω ότι γουστάρω επειδή είμαι πλειοψηφία” ή και “κάνω ότι γουστάρω γιατί πιστεύω ότι είμαι πλειοψηφία”. Φυσικά η ελευθερία του καθενός τελειώνει εκεί που αρχίζει η ελευθερία του διπλανού του, και τους περιορισμούς στην ελευθερία όλων ανεξαιρέτως τις περιγράφει ο νόμος (π.χ. ου φονεύσεις). Επιπλέον, ακόμα και η πλειοψηφία δεν νομιμοποιείται να κάνει ότι θέλει, γιατί υπάρχουν ορισμένα απαράγραπτα και φυσικά δικαιώματα (π.χ. στην ζωή ή στην ιδιοκτησία), τα οποία δεν δίνει η πλειοψηφία και συνεπώς δεν νομιμοποιείται να τα αφαιρεί. Αλλά αυτά είναι ψιλά γράμματα.

Μια δεύτερη κακοποιημένη έννοια είναι αυτή της ελευθερίας του λόγου. Κατά την πρακτική της ρηχής προσέγγισης των εννοιών, η ελευθερία του λόγου παίρνει δύο εξίσου ακραίες (και εξίσου λάθος) ερμηνείες: “λέω ότι γουστάρω, για όποιον γουστάρω” γιατί “ελεύθερη χώρα είμαστε” και το αντιδιαμετρικά αντίθετο “δεν μπορείς να λες πράγματα που προσβάλλουν τους άλλους-άρα ορισμένα πράγματα πρέπει να λογοκρίνονται”. Κατά την πρώτη εκδοχή κριτής του τι επιτρέπεται και τι όχι είναι το άτομο, ενώ κατά την δεύτερη κριτήριο είναι η ευθιξία των άλλων. Το δεύτερο μάλιστα αποτυπώνεται και συνταγματικά, όπου θεσμοθετείται μεν η ελευθερία του λόγου, αλλά υπάρχουν ένα σωρό περιορισμοί περί του τι απαγορεύεται να λεχθεί. Φυσικά ούτε το ένα είναι σωστό ούτε το άλλο. Το μέτρο της ελευθερίας του λόγου δεν μπορεί να είναι η πρόθεση – η πρόθεση δεν είναι μετρήσιμο μέγεθος – ούτε η ευθιξία της εκάστοτε ομάδας που θεωρεί ότι θίγεται η υπόληψη της. Αν αρχίσουμε να περιορίζουμε την ελευθερία του λόγου βάσει προθέσεως ή ευθιξίας τότε πολύ σύντομα θα αρχίσουμε να λογοκρίνουμε τα πάντα. Ο καθείς παίρνει την τιμή του (και τον εαυτό του) πάρα πολύ σοβαρά. Η ελευθερία του λόγου πραγματικά σταματάει εκεί που αρχίζει το ψέμα και η σκόπιμη διάδοση του. Του ψέματος, όμως, και της συκοφάντισης επιλαμβάνονται οι σχετικοί νόμοι.

Στην ψηφιακή εποχή δεν θα μπορούσε να λείπει και η συνεχής παρερμηνεία της έννοιας της ανωνυμίας. Πολλοί ισχυρίζονται ότι τα μπλογκ πρέπει να είναι όλα επώνυμα για να φέρουν όλοι τις ευθύνες των απόψεων τους, ενώ άλλοι ισχυρίζονται ότι τα μπλογκ πρέπει να είναι όλα ανώνυμα για να μην περιορίζεται η ελευθερία του λόγου. Το πρώτο είναι λάθος γιατί εφόσον κάποιος/κάποια δεν παραβαίνει τον νόμο έχει το δικαίωμα της ανωνυμίας του/της. Η ανωνυμία των μπλογκ μάλιστα λειτουργεί και ως μηχανισμός που ενθαρρύνει την διαφορετικότητα, αφού αποτελεί κίνητρο έκφρασης απόψεων οι οποίες διαφορετικά δεν θα εκφράζονταν, και μπορεί έτσι να ενθαρρύνει τον δημόσιο διάλογο. Στον αντίποδα, η ανευ όρων ανωνυμία είναι επίσης μη-λειτουργική. Αν κάποιος συκοφαντεί σκοπίμως και ο νόμος δεν επιβάλεται, τότε απλώς συκοφαντεί με την ανοχή του νόμου. Άρα η ανωνυμία ισχύει μέχρι εκεί που ο εκάστοτε πολίτης παρανομεί.

Χαρακτηριστική είναι η υπόθεση που προέκυψε πρόσφατα με το Φίμωτρο κατά του οποίου υπέβαλαν μήνυση δημοσιογράφοι του MEGA (μία ωραία ανάλυση από την Τσούγδω εδώ). Πολλοί ζητάνε να γίνουν όλα τα μπλογκ επώνυμα, ενώ άλλοι να συντάσσονται με το Φίμωτρο – όχι απαραιτήτως γιατί συμφωνούν με τις απόψεις που εκφέρει – αλλά γιατί θεωρούν ότι απειλείται η ανωνυμία και η ελευθερία έκφρασης των μπλογκς. Η ανωνυμία των μπλογκς απειλείται στο βαθμό που αυτοί που συκοφαντούν το κάνουν με νομική ασυλία. Γιατί κάποια στιγμή όταν ξεκινήσουν βεντέτες ανάμεσα στα μεγάλα μπλογκς, τότε θα τους πάρει όλους η μπάλα. Για να προστατεύτουν όλοι λοιπόν, η ανωνυμία πρέπει να αίρεται αν υπάρχει αποδεδειγμένη συκοφάντηση ή άλλη παρανομία. Όχι άνευ όρων για όλους, ούτε άνευ όρων για κανέναν.Όσο γρηγορότερα το καταλάβουμε τόσο καλύτερα θα την προστατεύσουμε.

ΛΑΟΣ και λαϊκισμός (συνέχεια)

Στο άρθρο για την δημοσκοπική άνοδο του ΛΑΟΣ αναρτήθηκαν 3 σχόλια με πολύ εύστοχες παρατηρήσεις. Και οι τρεις σχολιαστές θίγουν ένα κοινό σημείο και αξίζει να διαβαστούν: γραφουν, εμμέσως η αμέσως, ότι το ΛΑΟΣ τραβάει και απογοητευμένους δεξιούς οι οποίοι πλέον δεν βρίσκουν έκφραση στην Ν.Δ. Σε αυτό έγινε αναφορά και στο ποστ, αλλά μόνο υπορρήτως. Συγκεκριμένα ανέφεραμε ότι:

“Δυστυχώς, ο Καρατζαφέρης ξέρει πολιτικό σκάκι. Ενδεχομένως, αυτό να μην ήταν μεγάλο πρόβλημα αν η ΝΔ ήξερε πολιτικό σκάκι, και είχε σοβαρή διανόηση. Αλλά δεν έχει τίποτε από τα δύο και προσπαθεί να προσεταιριστεί το πρόγραμμα του ΛΑΟΣ, χωρίς να φαίνεται ρατσιστική. Γι’ αυτό δεν κάνει σοβαρή αντιπολίτευση και καταλήγει να φαίνεται ο Καρά-Τζαφέρ πιο λογικός από το μεγαλύτερο δεξιό κόμμα της χώρας (!).”

Το ΛΑΟΣ, στο δηλωτικό του σκέλος (τουλάχιστον στα mainstream δελτία), έχει έναν επίπλαστο κεντρο-δεξιό χαρακτήρα (και στο Τηλε-αστυ χαρακτήρα για όλους τους υπόλοιπους). Γι αυτό γράψαμε ότι ο Καρατζαφέρης ξέρει πολιτικό σκάκι: χτυπάει την Ν.Δ. στην έλλειψη φιλελεύθερου κεντρο-δεξιου σκέλους.

Η δημοκτικότητα του ΛΑΟΣ δεν οφείλεται μόνο σε ψηφοφόρους που διέρρευσαν από τα άλλα κόμματα, και η περίοδος στην οποία το κόμμα ανεβαίνει φυσικά δεν είναι τυχαία. Ότι τα στελέχη του ΛΑΟΣ εμφανίζονται με λογικά επιχειρήματα στο δελτίο του MEGA δεν σημαίνει ότι δεν έχουν φασιστικές ονειρώξεις. Για εμας εκεί συνίσταται η δημαγωγία: να εκμεταλλεύεσαι την αγωνία, τον θυμό και τις κοινές προκαταλήψεις του κόσμου εν μέσω κρίσης αναμιγνύοντας ρατσισμό και φασισμό με απλοϊκά, λογικοφανή και εύπεπτα επιχειρήματα για να πάρεις ψήφους. Σε αυτή την τακτική στηρίζεται η άνοδος του κόμματος. Μπορεί αυτός που δεν γουστάρει τους ξένους γενικώς να είναι ρατσιστής, αλλά αυτός που τους βλέπει ως πηγή όλων των κακών (και συνεπώς ως αποδιοπομπαίους τράγους) είναι θύμα δημαγωγίας. Η εκάστοτε πολιτική πρόταση του ΛΑΟΣ (π.χ. για τους μετανάστες) μπορεί να είναι λογικοφανής, αλλά εκμεταλεύεται προκαταλήψεις και έχει ρατσιστικό ιδεολογικό υπόβαθρο. Αυτό είναι επικίνδυνο: η εξουσία αφαιρεί τα προσχήματα και το ΛΑΟΣ δεν θα διστάσει να εφαρμόσει το ρατσιστικό ιδεολόγημα του στην πράξη, δοθείσης της ευκαιρίας.

Επιπλέον, ακριβώς επειδή η πραγματική ταυτότητα του κόμματος δεν κρύβεται, οι μετριοπαθείς ψηφοφόροι που ψηφίζουν ΛΑΟΣ όντας απογοητευμένοι από την Ν.Δ. το κάνουν “κρατώντας την μύτη τους”. Οι απογοητευμένοι δεξιοί διαμαρτύρονται αλλά ταυτόχρονα γνωρίζουν πολύ καλά την έκταση στην οποία το ΛΑΟΣ έχει σοβαρή πρόταση διακυβέρνησης. Το πρόβλημα είναι ότι το ΛΑΟΣ εκμεταλλευόμενο την κρίση προσεταιρίζεται ψηφοφόρους που το θεωρούν πραγματικά αξιόπιστη λύση.

Τέλος, σε μία δημοκρατία ο καθένας δύναται να περιφέρει την ιδεολογική του πραμάτεια χωρίς περιορισμούς, με την προϋποθέση ότι θα σχολιαστεί για το περιεχόμενο της. Αν η πραμάτεια του είναι είναι ρατσιστική/φασιστική θα εισπράξει τον ανάλογο χαρακτηρισμό – ποτέ απλώς ως ταμπέλα που σκοπό έχει να καπελώσει αλλά ως περιγραφή βασισμένη στον πολιτικό λόγο που εκφέρει.

 

Η κρίση και η δημοσκοπική άνοδος του ΛΑΟΣ

Έχει ξεκινήσει στην μπλογκόσφαιρα μία γόνιμη συζήτηση σχετικά με την δημοσκοπική άνοδο του ΛΑΟΣ μετά την δημοσίευση του τελευταίου πολιτικού βαρόμετρου της Public Issue. Ορισμένοι γράφουν ότι για την άνοδο ευθύνεται η αποδιοργάνωση της αριστεράς, ενώ άλλοι λένε ότι φταίνε μεταξύ άλλων τα ΜΜΕ που προβάλουν τα στελέχη των κομμάτων αυτών. Εμείς μάλλον βρισκόμαστε κάπου στο ενδιάμεσο.

Καταρχήν σαφή ρόλο παίζει η οικονομική κρίση. Οι κρίσεις ωθούν τις κοινωνίες προς τα άκρα, είτε το αριστερό είτε το δεξίο (και αν το σκεφτεί κανείς αυτά τα δύο δεν διαφέρουν τόσο πολύ μεταξύ τους). Οι δημαγωγοί βρίσκουν ευκαιρίες στις κρίσεις, και υπό αυτή την έννοια η δημοσκοπηκή άνοδος του Καρατζαführer είναι μία από τις συνιστώσες της περιόδου που διανύει η Ελλάδα.

Η κρίση διογκώνει δύο ήδη υπάρχοντα χαρακτηριστικά του νεοέλληνα: τα φοβικά σύνδρομα και την συνωμοσιολογία. Παντού η συνομωσιολογία δρα αγχολυτικά: όταν το άτομο νιώθει ότι δεν μπορεί να βελτιώσει την ζωή του λόγω π.χ. πολιτικών συγκυριών, η πεποίθηση ότι κάποιος κινεί τα  νήματα το απαλάσει από τις ευθύνες του, αφού κάποια μεγαλύτερη δύναμη ελέγχει τον κόσμο – δύναμη απέναντι στην οποία το ίδιο το άτομο είναι ανήμπορο. Στην Ελλάδα το φαινόμενο είναι πιο οξύ καθώς η χώρα δεν έχει παράδοση νεωτερικού κράτους οργανωμένου σε ορθολογική βάση, και συνπεώς ο δομημένος διάλογος και η ορθολογική κριτική της δημόσιας ζωής δεν ευδοκιμεί. Τα κόμματα των άκρων, τα οποία βρίσκουν ακόμα πιο πρόσφορο έδαφος σε καιρούς κρίσης, επιτείνουν αυτές τις τάσεις. Ένα σημαντικό ποσοστό Ελλήνων συμφωνεί οταν το ΚΚΕ δημοσιεύει την τελευταία του συνωμοσία του κεφαλαίου και των ιμπεριαλιστών, ακόμα αυτή και αν αυτή δεν ευσταθεί σε λογική ανάλυση.Ένα επίσης σημαντικό  ποσοστό των Ελλήνων φαίνεται ότι συμφωνεί όταν ο Καρατζαführer λέει ότι φταίνε οι μετανάστες για τα προβλήματα της χώρας. Με την βοήθεια των διάφορων Καρατζαführer λανθάνουσες ρατσίστικες πεποιθήσεις και παράνοιες βγαίνουν στην επιφάνεια λόγω γενικού αισθήματος ανασφάλειας που επικρατεί.

Ο Καρά-Τζαφέρ (όπως τον αποκαλεί ο Ροΐδης σε ένα σπαρταριστό άρθρο που θα βρείτε εδώ) ντύνει το ρατσιστικό του ιδεολόγημα με μετριοπαθείς και λογικοφανείς πολιτικές προτάσεις. Εξάλλου, για το ρόλο του ακραίου έχει τον Άδωνι. Δυστυχώς, ο Καρατζαφέρης ξέρει πολιτικό σκάκι. Ενδεχομένως, αυτό να μην ήταν μεγάλο πρόβλημα αν η ΝΔ ήξερε πολιτικό σκάκι, και είχε σοβαρή διανόηση. Αλλά δεν έχει τίποτε από τα δύο και προσπαθεί να προσεταιριστεί το πρόγραμμα του ΛΑΟΣ, χωρίς να φαίνεται ρατσιστική. Γι’ αυτό δεν κάνει σοβαρή αντιπολίτευση και καταλήγει να φαίνεται ο Καρά Τζαφέρ πιο λογικός από το μεγαλύτερο δεξιό κόμμα της χώρας (!).

Τα ΜΜΕ όντως προβάλουν τα στελέχη του ΛΑΟΣ. Ενδεχομένως αυτό να έχει συμβάλει στην αυξημένη (και αυξανόμενη;) δημοτικότητα του κόμματος. Όμως, δεν πιστεύω ότι είναι η μείζων αιτία της αύξησης αυτής. Τα δελτία ειδήσεων των ιδιωτικών ΜΜΕ δεν διαμορφωνουν μόνο την κοινή γνώμη, είναι και αγορές ιδεών: παράγουν ότι ο κόσμος ζητάει. Το αν αυτή η αγορά οδηγεί σε έναν αγώνα προς τα κάτω, αυτό είναι άλλη κουβέντα…

 

Υπατία: Το.. τέλος της αρχής για το μεταναστευτικό;

Κυβέρνηση και «αλληλέγγυοι» διαγκωνίστηκαν την περασμένη εβδομάδα για να καρπωθούν τη νίκη για τη λήξη της απεργίας πείνας των 300. Αλλά αυτό που τους διαφεύγει είναι πως νίκη δεν υπήρξε. Και οι δύο έχασαν, διότι μπήκαν σε μία πορεία μετωπικής σύγκρουσης η οποία, εν τέλει, αυτό που ανέδειξε δεν ήταν παρά το έλλειμα στρατηγικής και τον πολιτικό ερασιτεχνισμό τους.

Οι μεν «αλληλέγγυοι» εμμένοντας στις μαξιμαλιστικές διεκδικήσεις απέκοψαν κάθε εναλλακτική οδό επίλυσης, με αποτέλεσμα να βρεθούν σε διαφορετική τροχιά από τους απεργούς πείνας, όταν οι τελευταίοι υποδέχτηκαν με πανηγυρισμούς την «μερική ικανοποίηση των αιτημάτων τους». Ταυτόχρονα, στο διάστημα από την κατάληψη της Νομικής μέχρι τη λήξη της απεργίας διαφάνηκαν και τα όρια της κοινωνικής ανοχής στην «εδώ και τώρα» ικανοποίηση αιτημάτων, όταν αυτά τίθενται κατά τρόπο εκβιαστικό και αλυσιτελή, αλλά και στην προσπάθεια να καπηλευτούν ορισμένοι τον αγώνα των μεταναστών. Πιθανόν στο τέλος οι «αλληλέγγυοι» φοβήθηκαν πως ένας νεκρός δε θα βάραινε μόνο την πλάτη της κυβέρνησης, αλλά και τους ίδιους και τους πολιτικούς φορείς που τους υποστήριξαν. Έτσι κέρδισαν ελάχιστα σε σχέση με τις αρχικές διακυρήξεις τους.

Η δε κυβέρνηση εκτέθηκε πολλαπλώς διαπράττοντας συνεχόμενα λάθη. Επέδειξε αμφισημία, χωρίς να διατηρήσει μία σταθερή και ενιαία γραμμή, ενώ προβαίνοντας σε παραχωρήσεις άφησε το περιθώριο να ερμηνευτεί η στάση της ως υποχωρητική. Αντιμετώπισε τα αιτήματα ως συνολικά και έπαιξε το παιχνίδι με τους όρους που είχαν θέσει άλλοι. Και πάνω από όλα προέβη σε βεβιασμένες νομικές ρυθμίσεις, χωρίς να προηγηθεί έρευνα και  διάλογος ώστε να χαρακτεί μία συνολική πολιτική.

Αποτέλεσμα του όλου ερασιτεχνισμού ήταν να καθηλωθεί η δημόσια συζήτηση στην μορφή της αντιπαράθεσης αντί να καταπιαστεί με την ουσία του προβλήματος, δηλαδή με το μεταναστευτικό συνολικά. Έτσι, πέραν κάποιων μονόστηλων και κάποιων ρεπορτάζ για τα παραπολιτικά της Υπατίας, με το ξεκίνημα της εβδομάδας αποχώρησε μαζί με τους μετανάστες και το δημόσιο ενδιαφέρον. Αντί η απεργία πείνας να αποτελέσει αφορμή για ανάληψη μακρόπνοων πρωτοβουλιών, κατέληξε στην εκτόνωση της συζήτησης με αποτέλεσμα να την αναβάλει.

 

Σοσιαλδημοκρατία, τότε και σήμερα

Σε ένα ποστ του ο Ανέστης αναρωτίεται για τις αιτίες της δημοσκοπικής ανόδου του ΛΑΟΣ, και την ταυτόχρονη αμηχανία της αριστεράς. Γράφει ο Ανέστης:

 

Φυσικά ο Καρατζαφέρης είναι γνωστός καιροσκόπος και πολιτικός τυχοδιώκτης. Το να αποφασίσουμε όλοι μαζί οτι η ρητορία του και η στάση του είναι σχεδιασμένες για ψηφοθηρικούς λόγους στη βαθμιαία συντηρητικοποιούμενη ελληνική κοινωνία είναι το εύκολο.

Η δύσκολη εξίσωση όμως τώρα είναι να εξηγήσουμε πως η αριστερά που αποτελεί και το φυσικό καταφύγιο της διαμαρτυρίας των αδικημένων, φαίνεται να ξεμένει απο καύσιμα στην δημοσκοπική ανηφόρα.

 

Ο Khlysty γράφει:

[…] η παραδοσιακή Δεξιά ήταν πάντα κάπως σαν ένας “πατερούλης”: έβλεπε το Κράτος ως κτήμα της και τους πολίτες τους αντιμετώπιζε με πατερναλισμό […]

Και μετά ήρθε η Θάτσερ.

Κάπου εκεί, η Δεξιά αλώθηκε από τους νεοφιλελεύθερους και το πράμα στράβωσε χοντρά. Η Δεξιά σταδιακά έπαψε να είναι ο πατερούλης που μας προστάτευε και έγινε ένας άκαρδος γονιός που πέταγε τα παιδιά του έξω από το σπίτι, μπορούσαν-δε μπορούσαν να ζήσουν μόνα τους. Επίσης, κρατούσε για πάρτη της το εξοχικό, αλλά τη βασική κατοικία την έδινε κοψοχρονιά σε ξένους, διότι αυτή δεν μπορούσε άλλο να τη συντηρεί.

 

Είναι εξαιρετικά επίκαιρη η συζήτηση αυτή.

Εμείς νομίζουμε ότι οι παθογένειες της αριστεράς στην Ελλάδα οφείλονται ισόποσα σε ενδογενείς παράγοντες, όσο και σε εξωγενείς. Οφείλονται δηλαδή και στην εγχώρια νοθεία της αριστερής ιδεολογίας, αλλά και στην ιδεολογική κρίση της στο ευρωπαϊκό επίπεδο.

Στην Ελλάδα νομίζω ότι η ίδια η αριστερά σπίλωσε το πρόγραμμα της (κοινωνικό κράτος, αλληλεγγύη κλπ). Το ισχυρότερο επιχείρημα για δεξιές στροφές το δίνει η κατάντια των θεσμών-οχυρών της αριστεράς: αρκεί να δει κανείς πως κατάντησαν τα συνδικάτα και οι διοικήσεις (με την συνενοχή όλων των κυβερνήσεων) την Ολυμπιακή, ή τις ΔΕΚΟ. Φυσικά όταν οι επιχειρήσεις αυτές ιδιωτικοποιούνται όλοι φωνάζουν για νεοφιλελεύθερο ξεπούλημα, αλλά αυτοί οι ίδιοι δεν είχαν φροντίσει να μην φτάσουν τα πράγματα στο σημείο να χρειαστούν ιδιωτικοποίησεις.

Παράλληλα οι λαϊκιστές της ακροδεξιάς κερδίζουν έδαφος και κατορθώνουν να λειτουργούν ως βαλβίδες εκτόνωσης της δυσαρέσκειας του κόσμου, εφευρίσκοντας αποδιοπομπαίους τράγους και στρέφοντας την μήνη του εναντίων κάθε λογής φανταστικού εχθρού. Η ευρωπαϊκή αριστερά κοιτάει αμήχανη ενώ η κοινωνία ρέπει προς τα άκρα – είτε το ακροδεξιό, είτε το ακροαριστερό. Το πολιτικό της σκέλος δεν έχει εκφράσει πρόγραμμα, γιατί δεν ακούει την σοβαρή διανόηση της.  Και εκεί που η ευρωπαϊκή αριστερά είναι αμήχανη, η ελληνική αριστερά απλώς κωφεύει. Αντί να μάχεται για τον μεσαίο χώρο, μάχεται την λάθος μάχη με επαναστάσεις του χαβαλέ. Η αδυναμία της ελληνικής αριστεράς να ορθώσει λόγο είναι παρόμοια με της ευρωπαϊκής από την άποψη ότι και αυτή δεν ακούει την διανόηση της. Αλλά η ελληνική έχει το επιπρόσθετο πρόβλημα ότι από παραγωγός προοδευτικής πολιτικής έχει γίνει υπέρμαχος της απόλυτης συντήρησης και ενίοτε και της αντίδρασης.

Η κρίση της αριστεράς σχετίζεται επίσης με συστημικές αλλαγές που έχουν επέλθει από την χρυσή εποχή της σοσιαλδημοκρατίας, (δεκατετίες 1950 και 1960). Μετά τον Β’ Παγκόσμιο η Ευρώπη γνώρισε πληθυσμιακή έκρηξη και ταχεία οικονομική ανάπτυξη, βασισμένη κυρίως στην ανειδίκευτη εργασία. Οι αυξήσεις παραγωγικότητας ήταν ανάλογες με αυτές της πληθυσμιακής αύξησης, και η πίτα μεγάλωνε με αυξανόμενο μέρισμα για όλους. Αυτό αποτέλεσε γόνιμο έδαφος για προοδευτικά μέτρα και το κράτος πρόνοιας cradle-to-grave. Με την συναίνεση της δεξιάς τα κεκτημένα αυτά έγιναν ρήτρα του μεταπολεμικού κοινωνικού συμβολαίου. Οι συστεμικοί παράγοντες σήμερα λειτουργούν προς την αντίθετη κατεύθυνση. Ο πληθυσμός της Ευρώπης γηράσκει ταχέως και το προσδόκιμο ζωής έχει αυξηθεί (άρα τα ταμεία δεν έχουν τις ίδιες “αντοχές”). Σταδιακά άλλαξε η σύσταση της εργασίας από ανειδίκευτη σε ειδικευμένη με όλες τις συνεπακόλουθες αναδιαρθρώσεις στον εργασιακό τομέα. Οι ρυθμοί ανάπτυξης των ευρωπαϊκών οικονομιών επιβραδύνθηκαν την δεκαετία ’70, και γνωρίσαμε τον συνδυασμό ύφεσης/πληθωρισμού . Γι αυτό δεν ήταν υπαίτια η δεξιά, η δεξιά ήταν η απάντηση. Σε αυτό διαφωνώ με τον Khlysty: η Θάτσερ (παρόλο που το ιδεολόγημα της δεν μου είναι καθόλου συμπαθές) έκανε αυτό που κανείς άλλος δεν τόλμησε να κάνει σε μία εποχή που το κράτος δεν μπορούσε να στηρίξει το προηγούμενο επίπεδο δαπανών.

Όμως από το 1990 μέχρι σήμερα έχει αλλάξει και η δομή του διεθνούς συστήματος. Η πτώση της σοβιετικής ένωσης αφενός έριξε τον σοσιαλισμό σε ανυποληψία και αφετέρου έδωσε την ευκαιρία στην δεξιά να μετακινηθεί προς το κέντρο. Η δεξιά  την δεκαετία του ’90 έκανε την έξυπνη στρατηγική κίνηση να προσεταιριστεί ορισμένα από τα άρθρα πίστεως της αριστεράς, πρώτα από όλα το κοινωνικό κράτος.

Όμως όπως η φύση απεχθάνεται το κενό, έτσι απεχθάνεται το κενό και η πολιτική. Η δεξιά στον μετά-Ψυχροπολεμικό τριουμφαλισμό της ενστερνιστήκε τον άκρατο οικονομισμό και του επέτρεψε να την κουρσέψει, με αποτέλεσμα την χρηματοπιστωτική κρίση του 2008. Για εμάς η ευκαιρία της αριστεράς βρίσκεται στην παρούσα κρίση. Η κρίση αυτή (η οποία θα συνεχιστεί) αναπόφευκτα θα αναδείξει αδιέξοδα στα οποία η αριστερά θα πρέπει να δώσει απαντήσεις. Υπό αυτή την έννοια η συστημική στροφή προς τα δεξιά ενδεχομένως να δώσει νέα πνοή στην αριστερά.

 

ΓΑΠ: συμμαχία κεντρώων;

Επικροτούμε την κίνηση του Γιώργου Παπανδρέου να καλέσει την Ντόρα Μπακογιάννη και τον Φώτη Κουβέλη σε διάλογο: η κίνηση αυτή θα μπορούσε να οδηγήσει σε μία κεντρώα συνεργασία. Αν και είναι πολύ πρώιμο να κάνουμε τέτοια πρόβλεψη, μία ενδεχόμενη συνεργασία κεντρώων θα μπορούσε να έχει θετικά αποτελέσματα.

Θεμελιώδης θέση αυτού του blog είναι ότι στην Ελλάδα υπάρχει μία τάξη πολιτών η οποία δεν εκπροσωπείται. Μη βρίσκοντας έκφραση ούτε στα παραδοσιακά κόμματα της δεξιάς αλλά ούτε και της αριστεράς, και μη όντας οργανωμένη, αυτή η τάξη είναι και μη εκπροσωπούμενη.

Οι πολίτες που απαρτίζουν τον χώρο αυτό βρίσκονται εκατέροθεν του κέντρου. Συνήθως είναι νέοι επαγγελματίες μετριοπαθών πολιτικών αντιλήψεων οι οποίοι δεν ανήκουν σε παραδοσιακές συντεχνίες, ούτε στον ευρύτερο δημόσιο τομέα. Κοινό τους γνώρισμα είναι ότι απεχθάνονται το κομματικό κράτος, την αναξιοκρατία και το ρουσφέτι. Πιστεύουν στο κράτος δικαίου με ίσες ευκαιρίες για όλους χωρίς διεφθαρμένους διαμεσολαβητές. Κοινό τούς χαρακτηριστικό, ανεξαρτήτως πολιτικού προσανατολισμού του καθενός ξεχωριστά, είναι ότι δεν ανέχονται τις παθογένειες των παραδοσιακών κομμάτων της αριστεράς και της δεξιάς.

Αυτοί που τοποθετούνται αριστερά του κέντρου αποστρέφονται τον ιδιότυπο, ελληνικού τύπου “σοσιαλισμό”. Αυτός ο “σοσιαλισμός” μεταφράζεται πρακτικά σε ένα κράτος-πάτρωνα που διανέμει ρουσφέτια και  απεμπολέι τον κοινωνικό του ρόλο, καθώς αναδιανέμει πόρους όχι σε αυτούς που χρειάζονται στήριξη, αλλά σε αυτούς που έχουν “δόντι” και που στην συντρηπτική πλειοψηφία τους δεν την χρειάζονται. Αντιλαμβάνονται ότι ο μεγάλος κρατικός τομέας αντί να θεσμοθετεί κράτος πρόνοιας – ως όφειλε – τελικά το αναιρεί μέσω της αναξιοκρατίας και της αλόγιστης και ακατάγραφης σπατάλης. Αυτοί που ανήκουν στον χώρο αυτό θα επιθυμούσαν ένα πραγματικό κοινωνικό κράτος με αναδιανεμητικό χαρακτήρα στα πρότυπα των ευρωπαϊκών σοσιαλδημοκρατιών, με πολύ σαφέστερες ιδεολογικές τοποθετήσεις και γενναίες αντιπροτάσεις στην δεξιά – αντιπροτάσεις που δεν συνίστανται σε “τσιτάτα”, λαϊκισμούς και επανάσταση του χαβαλέ, αλλά εμπεριέχουν ουσιαστικές τοποθετήσεις και πολιτικά τελέσφορες δράσεις. Κοινώς, μία αριστερά που δεν περιορίζεται στο “και μετά βλέπουμε”.

Αυτοί που τοποθετούνται δεξιά του κέντρου δεν βλέπουν με ιδιαίτερη συμπάθεια ούτε τον εθνικισμό της παραδοσιακής δεξιάς, ο οποίος έχει βρει νέους εκφραστές στο περιβάλλον του Αντώνη Σαμαρά, ούτε την θρησκοληψία της και τον συντηρητισμό της, ούτε φυσικά τον κρατισμό της περιόδου Καραμανλή. Θα επιθυμούσαν ένα πολύ μικρότερο και αποτελεσματικότερο κράτος, αφού βλέπουν τον περιορισμό του ως λύση στο πρόβλημα της διαφθοράς. Είναι πιο συντηριτικοί σε θέματα δημοσιονομικής διαχείρισης, αλλά ταυτοχρόνως είναι υπέρμαχοι της ανεκτικότητας και προοδευτικοί σε κοινωνικά θέματα, καθώς θεωρούν  ότι δεν χωράει δυσανεξία σε μία φιλελεύθερη δημοκρατία. Δεν συμφωνούν με την ακροδεξιά, καθώς προτιμούν τις πολιτικές επιλογές που στηρίζονται σε ορθολογικές αναλύσεις, και σε όχι απεχθείς ρατσιστικές και εθνικιστικές αντιλήψεις. Τέλος θα ήθελαν μία εξωτερική πολιτική η οποία δεν περιορίζεται σε εθνικιστικές κορώνες.

Αν μια ενδεχόμενη ένωση κέντρου καρποφορήσει θα μπορούσαμε να έχουμε θετικά αποτελέσματα σε πολλά επίπεδα. Κατά πρώτο λόγο ο χώρος στον οποίο προαναφερθήκαμε θα αποκτήσει μία πρώτη, έστω ατελή, εκπροσώπηση.  Ο Φώτης Κουβέλης έχει τοποθετηθεί πολύ λογικά και ρεαλιστικά στα περισσότερα ζητήματα της ελληνικής πολιτικής σκηνής, και εκφράζει, κατά την άποψη μας, το κεντρο-αριστερό ρεύμα στο οποίο προαναφερθήκαμε. Παρομοίως η Ντόρα Μπακογιάννη ως εκπρόσωπος της Δημοκρατικής Συμμαχίας έχει κεντροδεξιό, φιλελεύθερο προσανατολισμό, αν και το πολιτικό τής παρελθόν μάλλον θα περιορίσει την δημοτικότητα του κόμματος. Μία τέτοια συμμαχία, θα μπορούσε να λειτουργήσει και ως στεγανό έναντι του βαθέως ΠΑΣΟΚ, το οποίο έχει αρχίσει να κερδίζει έδαφος εις βάρος του μεταρρυθμιστικού ρεύματος του κόμματος, εκμεταλλευόμενο την φθορά που έχει εισπράξει η κυβέρνηση λόγω των μέτρων που έχει ψηφίσει. Κατά μία έννοια, το βαθύ ΠΑΣΟΚ αντιλαμβάνεται πολύ καλά ότι για πετύχουν οι μεταρυθμίσεις θα πρέπει τελικά να το σκοτώσουν (και πρέπει να το σκοτώσουν) καθότι θα πρέπει να μπει μαχαίρι στο κομματικό κράτος.

Το ζητούμενο αποτέλεσμα θα ήταν μία ένωση κεντρώων πολιτικών η οποία θα δώσει φωνή σε αυτό το ζωτικό τμήμα του εκλογικού σώματος. Δεν είναι αναγκαία η πλήρης σύμπνοια απόψεων – μπορεί να λειτουργήσει άριστα και ο συγκερασμός, δεδομένου ότι οι απόψεις αυτών που απαρτίζουν τον κεντρώο χώρο είναι επαρκώς συγγενικές. Μία τέτοια συμμαχία θα απομόνωνε κόμματα και πολιτικούς (συμπεριλαμβανομένου και του βαθέως ΠΑΣΟΚ) που περιορίζονται σε λαϊκίστικες κορώνες αντί να ασκούν υπεύθυνη αντιπολίτευση.

Αριστερό brand ή αριστερή πολιτική;

Αριστερά υπήρξε ιστορικά το τμήμα εκείνο του πολιτικού φάσματος του οποίου το πρόταγμα επεδίωκε την αλλαγή ή/και ανατροπή του κονωνικο-πολιτικού status quo. Ήταν επίσης εκείνο που εισήγαγε νέες θεωρήσεις για τον κόσμο και κατ’ αντιστοιχία παρήγαγε πολιτική ανάλυση, στόχους, στρατηγικές και δράσεις -παρήγαγε δηλαδή αριστερή πολιτική. Στη σημερινή Ελλάδα η Αριστερά διαρκώς και περισσότερο φαίνεται να κατέχει τον τίτλο της τύποις μόνο.

Ο κόσμος και η κοινωνία αλλάζουν χωρίς αυτή να μπορεί να το αντιληφθεί και να το επεξεργαστεί. Πώς αλλιώς να εξηγήσουμε την πρόσκληση-πρόκληση του κ. Αλαβάνου να ακολουθήσουμε το παράδειγμα της Αιγύπτου; Από ποιά ανάλυση και σύγκριση προέκυπτε ότι υπήρχε περίπτωση το Σύνταγμα να γίνει πλατεία Ταχρίρ; Και έστω ότι όντως γινόταν: ποιούς στόχους θα εξυπηρετούσε και ποιά κοινωνία θα οικοδομούσαμε την επόμενη μέρα; Γιατί η Αριστερά δυστυχώς πέρα από εντυπωσιακές και γενικόλογες διακυρήξεις ελάχιστα ξέρει που θέλει να πάει και με ποιά στρατηγική θα το πετύχει -και ακόμα λιγότερο μπορεί να το καταστήσει σαφές στην κοινωνία.

Στο ίδιο μοτίβο κινούνται οι τακτικές και οι δράσεις της: ανακυκλώνονται και διαιωνίζονται. Η επαναστατίζουσα ρητορική και η υποστήριξη αντίστοιχων κινητοποιήσεων είναι σχεδόν αδιάφορες στα μάτια εκείνων ακριβώς, των οποίων τα συμφέροντα η αριστερά υποτίθεται ότι προασπίζει. Τα αριστερά κόμματα ελλείψει οράματος έχουν εγκλωβιστεί στις πρακτικές εκείνες που ικανοποιούν την στενή εκλογική τους βάση -ειδάλλως γιατί ο κ. Αλαβάνος έχει συρθεί στο παιχνίδι της άνευ όρων εξέγερσης, που μέχρι τώρα χαρακτήριζε τον κ. Τσίπρα; Τα γεγονότα στο Βερολίνο και το Παρίσι αποτέλεσαν μία ακόμα έκφανση της νεοελληνικής πολιτικής νοοτροπίας -στην αντίθετη κατεύθυνση από εκείνη των κυβερνώντων της τελευταίας τριαντακονταετίας, αλλά ποιοτικά όμοια. Ο χώρος της Αριστεράς εν τέλει έχει καταλήξει να μάχεται υπέρ της συντήρησης- το πλέον αριστερό στοιχείο της είναι το brand “Αριστερά”.

Αναμφίβολα, η παρούσα κοινωνική και οικονομική κρίση μπορεί να απειλήσει κοινωνικά κεκτημένα και εργασιακά δικαιώματα. Επιπλέον, η κοινωνική πόλωση και οι συνεπακόλουθες ακραίες -εκ δεξιών και αριστερών- εξάρσεις τείνουν να γίνουν καθημερινότητα. Σε αυτή λοιπόν τη συγκυρία έχουμε ανάγκη νέες ιδέες, καινούργιες προσεγγίσεις, εναλλακτικά πολιτικά προγράμματα για να καταφέρουμε να προχωρήσουμε. Χρειαζόμαστε δημιουργική αντιπαράθεση και σύνθεση ιδεών. Οδοτόμες προτάσεις για την οργάνωση της κοινωνίας μας. Στοιχεία στα οποία η αριστερά ιστορικά πρωτοστάτησε. Χρειαζόμαστε μία πραγματικά αριστερή πολιτική και όχι το αριστερό brand.

Διαβάστε…

Ένα άρθρο του Tony Judt στο New York Review of Books βασισμένο στο πρώτο κεφάλαιο του βιβλίου του “Ill Fares the Land”, στο οποίο κάνει μία αναδρομή της πορείας της σοσιαλδημοκρατίας μετά τον Ψυχρό Πόλεμο και εξετάζει τις προοπτικές της μετά την κρίση.

Μία εξαιρετική γεωπολιτική ανάλυση από τον Ανδρέα Ανδριανόπουλο.

Τις ιδιαίτερα ενδαφέρουσες απόψεις Ευρωπαίων διανοούμενων για την Αριστερά και τις προοπτικές της.