Monthly Archive for September, 2009

Στις εδραιωμένες δημοκρατίες δεν υπάρχουν αδιέξοδα

Tου Θεοδωρου Kουλουμπη*, αναδημοσίευση από την Καθημερινή (20/09/09)

Yστερα από δύο κυβερνητικές θητείες της Νέας Δημοκρατίας, διάρκειας δυόμισι και δύο ετών αντιστοίχως, η χώρα οδηγείται και πάλι σε βουλευτικές εκλογές με απόφαση του πρωθυπουργού Κώστα Καραμανλή.

Παρακολουθώντας τους μονότονους διαλόγους και τα συγκρουόμενα μηνύματα πολιτικών, δημοσιογράφων και πολυποίκιλων σχολιαστών, ο πολίτης αντιλαμβάνεται ότι το κλίμα της εποχής μας κινείται κάπου ανάμεσα στη δυσαρέσκεια και την απόγνωση. Τα δύο κόμματα εξουσίας, σύμφωνα με τις δημοσκοπήσεις, έχουν απογοητεύσει τους ψηφοφόρους και τα μικρότερα κόμματα δεν τους εμπνέουν ως εναλλακτικές επιλογές.

Ο διάλογος στην Ελλάδα συνεχίζεται εδώ και χρόνια ανάμεσα σε δύο διαμετρικά αντίθετες σχολές σκέψης που παραδόξως μοιράζονται ένα κοινό χαρακτηριστικό: την υπερβολή! Η πρώτη σχολή, που μάλλον κυριαρχεί στις μέρες μας, είναι άκρως απαισιόδοξη. Η Κασσάνδρα την εκπροσωπεί από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα. Η δεύτερη, η μειοψηφούσα σχολή, είναι υπερβολικά αισιόδοξη. Ο Δον Κιχώτης του Θερβάντες θα ήταν ίσως ο καλύτερος εκπρόσωπός της. Και η αλήθεια, όπως θα έλεγε ένας σκεπτικιστής δάσκαλος, κυμαίνεται κάπου ανάμεσα στις δύο σχολές.

Οι Κασσάνδρες του σήμερα βλέπουν την Ελλάδα να βρίσκεται στα πρόθυρα της κατάρρευσης, αν όχι του πολιτιστικού θανάτου. Στον εσωτερικό τομέα κατακεραυνώνουν το σύνολο των πολιτικών, κατηγορώντας τους για ιδιοτέλεια, ανικανότητα και διαφθορά. Στην εξωτερική πολιτική διακρίνουν ένα μείγμα δειλίας, αναβλητικότητας και υποτέλειας. Ενδεικτικά, κορυφαίος επιφυλλιδογράφος προτάσσει την Τουρκία και τον πανεπιστημιακό της υπουργό Εξωτερικών ως παραδείγματα προς μίμηση.

Οι υπεραισιόδοξοι -ο συγγραφέας αυτής της στήλης μάλλον συγκαταλέγεται ανάμεσά τους- βλέπουν τη χώρα μας να διανύει μια χρυσή εποχή μετά το 1974. Εσωτερικά, η δημοκρατία, παρά τα ποιοτικά της ψεγάδια, είναι πλέον εδραιωμένη και εξελίσσεται μέσα σε ένα θερμοκήπιο ειρήνης και συνεργασίας που λέγεται Ευρωπαϊκή Ενωση. Για την εξωτερική πολιτική οι αισιόδοξοι τονίζουν ότι η Ελλάδα διανύει το 35ο έτος παρατεταμένης ειρήνης έχοντας επιλέξει μετά το 1974 πολιτικές ισορροπίας ισχύος για την αποτροπή της επιθετικότητας της γειτονικής Τουρκίας.

Σε δύο βδομάδες από σήμερα θα μάθουμε τα αποτελέσματα των εθνικών εκλογών. Ακολουθώντας το σκεπτικό της αντιπαράθεσης απαισιοδοξίας – αισιοδοξίας μπορούμε να παραθέσουμε τρία εναλλακτικά σενάρια για τη μετά τις εκλογές εποχή: θα τα αποκαλέσουμε ανεπιθύμητο, επιθυμητό και ανεκτό αντιστοίχως.

Στην πρώτη περίπτωση -το ανεπιθύμητο σενάριο- θα μας θυμίσει την περίοδο των πολυσυλλεκτικών κυβερνήσεων του 1989-90. Εάν, όπως δείχνουν οι δημοσκοπήσεις, το ΠΑΣΟΚ εξασφαλίσει μια ισχνή αυτοδυναμία, ή αν λόγω μη αυτοδυναμίας αναγκαστεί να προχωρήσει σε συμμαχική κυβέρνηση με έναν αποδυναμωμένο και εσωτερικά διχασμένο ΣΥΡΙΖΑ, θα βρεθεί σε θέση αναμονής για ακόμη μία εκλογική αναμέτρηση τον Φεβρουάριο του 2010 (διότι με τη σειρά της η Ν.Δ. θα μπορέσει να εκβιάσει εκλογές με αφορμή την εκλογή του επόμενου Προέδρου Δημοκρατίας). Και το μόνο πράγμα που θα είναι βέβαιο, σε μια παρατεταμένη περίοδο εσωτερικής εκλογολογίας και διεθνούς οικονομικής κρίσης, είναι ότι η όλη κατάσταση της χώρας μας θα επιδεινωθεί με ραγδαίους ρυθμούς.

Στην άλλη άκρη του συνεχούς απαισιοδοξίας – αισιοδοξίας φθάνουμε στο επιθυμητό σενάριο. Σε μια χώρα όπου το εκλογικό σύστημα της απλής αναλογικής προκαλούσε τον πολυκομματισμό (και την αστάθεια των πολυσυλλεκτικών κυβερνήσεων ως φυσικό του επακόλουθο), ο εκλογικός νόμος της ενισχυμένης αναλογικής εξασφάλισε μετά το 1974 την εναλλαγή στην εξουσία σταθερών μονοκομματικών κυβερνήσεων. Εξαίρεση αποτέλεσε ο «περίφημος» νόμος Κουτσόγιωργα που δεν επέτρεψε στη Νέα Δημοκρατία του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη να εξασφαλίσει αυτοδυναμία στη Βουλή παρά τα εντυπωσιακά της ποσοστά (45% με 47%) στις τρεις εκλογικές αναμετρήσεις του 1989-90. Ακολουθώντας τη λογική του επιθυμητού σεναρίου, ο ορθολογικά σκεπτόμενος και ιστορικά μελετημένος ψηφοφόρος θα πρέπει, παρά την σημερινή του απογοήτευση, να ψηφίσει στις 4 Οκτωβρίου για ένα από τα δύο μεγάλα κόμματα. Δυστυχώς όμως ο ορθολογισμός στην πολιτική συμπεριφορά συνήθως απουσιάζει.

Κάπου ανάμεσα στους δύο πόλους του συνεχούς βρίσκουμε το ανεκτό σενάριο, το οποίο μπορεί να πάρει διαφορετικές μορφές. Μία πρώτη μορφή, με ενδογενή στοιχεία αστάθειας, συνεπάγεται ένα κεντροαριστερό ή κεντροδεξιό κυβερνητικό σχήμα. Αν, όπως φαίνεται, το ΠΑΣΟΚ κερδίσει τις εκλογές χωρίς αυτοδυναμία (150+) βουλευτών, η επιλογή του θα είναι να συμμαχήσει με τον Συνασπισμό/ΣΥΡΙΖΑ ή/και τους Οικολόγους, με προϋπόθεση ότι τα κόμματα αυτά θα ξεπεράσουν το όριο εκπροσώπησης στη Βουλή (3%). Αν, αντιθέτως, η Ν.Δ. επικρατήσει στις εκλογές, χωρίς αυτοδυναμία, η πιθανότερη επιλογή της θα είναι να συνασπισθεί με τον ΛΑΟΣ. Σε κάθε περίπτωση, συμμαχικές κυβερνήσεις με μικρότερα κόμματα θα εμπεριέχουν κεντρόφυγες τάσεις, καθώς τα μικρότερα κόμματα θα θέτουν όρους για τη συνέχιση της συμμετοχής τους στην κυβέρνηση. Στην περίπτωση του ΛΑΟΣ, κεντρικός όρος θα είναι μια αδιαπραγμάτευτη στάση στο θέμα της ονομασίας της πρώην Γιουγκοσλαβικής Δημοκρατίας της Μακεδονίας. Και στην περίπτωση του Συνασπισμού/ΣΥΡΙΖΑ, απαράβατος όρος θα είναι μια παραδοσιακά αριστερή τοποθέτηση υπέρ ενός βαθιά παρεμβατικού ρόλου του κράτους στην οικονομία, την παιδεία και γενικότερα την κοινωνική πρόνοια.

Μια δεύτερη μορφή συγκυβέρνησης μπορεί να είναι ο λεγόμενος μεγάλος συνασπισμός ΠΑΣΟΚ και Ν.Δ., σύμφωνα με τη γερμανική συνταγή συγκατοίκησης δύο κομμάτων εξουσίας. Μια τέτοια συμμαχική κυβέρνηση, που σωστά αποκλείεται από τους πολιτικούς προεκλογικά, μπορεί να προκύψει από το ίδιο το αποτέλεσμα των εκλογών της 4ης Οκτωβρίου. Το εγχείρημα αυτό συνεπάγεται κινδύνους αλλά και ευκαιρίες: Ο μεγάλος κίνδυνος θα προέλθει με βεβαιότητα, αν οι ηγεσίες της μεγάλης συμμαχίας ακολουθήσουν στα χνάρια των συμμαχικών/οικουμενικών κυβερνήσεων της περιόδου 1989-90. Οι κυβερνήσεις Τζαννετάκη και Ζολώτα αποδείχθηκαν στην πράξη ευκαιριακά συνονθυλεύματα, με μόνη πυξίδα την εξασφάλιση μελλοντικής εκλογικής υποστήριξης της κάθε τους συνιστώσας. Τα «επιτεύγματά» τους είναι γνωστά: κατακόρυφη αύξηση του πληθωρισμού και του δημόσιου χρέους και αναβολή κάθε μεταρρυθμιστικής πρωτοβουλίας.

Η συγκατοίκηση, αντιθέτως, θα καρποφορήσει, αν το ΠΑΣΟΚ και η Ν.Δ. συνειδητοποιήσουν ότι μαζί μπορούν προχωρήσουν στις μεγάλες τομές που χρειάζεται η ελληνική κοινωνία. Από κοινού τα δύο κόμματα -μοιράζοντας ισόποσα το πολιτικό κόστος- μπορούν επιτέλους να θεσμοθετήσουν (και να εφαρμόσουν) τις μεγάλες αλλαγές στην παιδεία, τη δημόσια διοίκηση, τη δικαιοσύνη και την πάταξη της διαφθοράς. Το πολιτικό μας σύστημα και ο κρατικός μηχανισμός θα λειτουργήσουν πολύ καλύτερα εάν το ΠΑΣΟΚ και η Ν.Δ. δεσμευτούν να θεσπίσουν τετραετείς βουλευτικές θητείες και έναν πάγιο εκλογικό νόμο ενισχυμένης αναλογικής που θα διατηρήσει τον δικομματισμό προσφέροντας ταυτοχρόνως ασφαλιστικές δικλίδες για την εκπροσώπηση των μικρών κομμάτων στο Κοινοβούλιο. Και τότε η εκμετάλλευση της ανάδειξης του Προέδρου της Δημοκρατίας με εκλογικούς ελιγμούς και άλλες σκοπιμότητες θα εξαφανιστεί από μόνη της.

Καθώς όλοι θα ζυγίζουμε τις επιλογές μας τις επόμενες λίγες μέρες, καλό θα ήταν να θυμόμαστε το παρελθόν, να κοιτάζουμε το μέλλον και να λαμβάνουμε υπόψη το γνωστό ρητό ότι «το τέλειο είναι ο εχθρός του καλού».

* Ο καθηγητής Θεόδ. Κουλουμπής είναι αντιπρόεδρος του ΕΛΙΑΜΕΠ (couloumbis@eliamep.gr).

Οι γελωτοποιοί στα κανάλια, οι σοβαροί στη Βουλή

Του Αλέξη Παπαχελά, αναδημοσίευση από την Καθημερινή:

Ρώτησαν κάποτε σε ένα προεκλογικό τραπέζι τον Ελευθέριο Βενιζέλο «πώς είναι δυνατόν να μην σας ψηφίσει ο κόσμος με όλο αυτό το έργο που έχετε κάνει;». Και ο Κρητικός πολιτικός απάντησε σοφά πως «ο λαός ακούει, δεν βλέπει». Υπάρχει όμως και το αντίστροφο ερώτημα το οποίο απασχολεί πολλούς αυτές τις μέρες: «πώς είναι δυνατόν να ψηφίζει ο κόσμος κάποιον ο οποίος είτε δεν έχει κάνει τίποτα είτε τα έχει κάνει πραγματικά θάλασσα στον τομέα του;». Η συνήθης απάντηση είναι πως ο λαός αρέσκεται στη δημαγωγία, στα μεγάλα λόγια που άκουγε την εποχή του Βενιζέλου και τις θεατρικές εμφανίσεις που απολαμβάνει στην εποχή της ιδιωτικής τηλεόρασης. Δεν εξηγείται αλλιώς πώς ένας βουλευτής του ΠΑΣΟΚ που έχει αφήσει συντρίμμια από όπου πέρασε συνεχίζει να είναι εξαιρετικά δημοφιλής. Δεν είναι επίσης κατανοητό πώς μπορεί να βγαίνει και να έχει άποψη για τον τρόπο λειτουργίας της κυβέρνησης ένας υπουργός που τίναξε στον αέρα τις δαπάνες στον τομέα του με μηδενικό, πραγματικό μηδενικό, αντίκρισμα στην παροχή υπηρεσιών στον πολίτη.

Τι έχουμε πάθει; Εχουμε όλοι «τυφλωθεί» από το επικοινωνιακό παιχνίδι και ξεχνάμε πως άλλο το καλό μπλα μπλα στην τηλεόραση και άλλο η διαχείριση σοβαρών υποθέσεων του κράτους; Σημαντική ευθύνη έχουμε και όλοι εμείς που καταστήσαμε διαμορφωτές της κοινής γνώμης ανθρώπους που γνωρίζαμε κατά βάθος ότι ήταν «νούλες». Λίγο το κυνήγι της τηλεθέασης, λίγο το παιχνίδι των δημοσίων σχέσεων μπέρδεψε αυτούς που κάνουν για τηλεκονφερασιέ με αυτούς που παίρνουν σημαντικές αποφάσεις για το μέλλον μας.

Σε αυτόν τον εκλογικό κύκλο είναι σαφές πως καίγεται μια γενιά πολιτικών. Αυτό που δεν φαίνεται είναι το κατά πόσον θα αντικατασταθούν από ανθρώπους που μπορεί πραγματικά να προσφέρουν ή από εκείνους που διαπρέπουν στο πολιτικό τηλεμάρκετινγκ. Είναι μια σημαντική απόφαση που πρέπει κάποια ώρα να πάρουμε όλοι μας πριν πάμε στην κάλπη. Μια επιλογή είναι να συνεχίσουμε να ψηφίζουμε μαζοχιστικά, να αγνοούμε δηλαδή την πραγματικότητα, τις δυνατότητες και την απόδοση κάθε υποψηφίου. Η άλλη είναι να γίνουμε πιο «εκπαιδευμένοι πελάτες» που τα ζυγίζουν όλα προσεκτικά πριν πάρουν τις αποφάσεις τους. Και η πιο θεσμική και μακροπρόθεσμη λύση είναι να υιοθετήσουμε μια παραλλαγή του γερμανικού εκλογικού συστήματος που θα στέλνει τους γελωτοποιούς στα κανάλια και τους σοβαρούς στη Βουλή.

Τα διλήμματα των επερχόμενων εκλογών

Έχουμε υποστηρίξει πολλές φορές σε αυτό το blog ότι στηρίζουμε πολιτικές και όχι κόμματα. Με άλλα λόγια θεωρούμε ότι οι πολιτικοί πρέπει να αξιολογούνται αυστηρά από τα αποτελέσματα που παράγουν, ανεξαρτήτως του κόμματος στο οποίο ανήκουν. Αυτό θεωρητικά, τουλάχιστον, διασφαλίζει ικανές κυβερνήσεις και εξασφαλίζει ότι έχουμε και ικανές αντιπολιτεύσεις: ακόμα και αν ένα κόμμα δεν εκλεγεί στην κυβέρνηση, η παρουσία του στην βουλή συγκεντρώνει τα καλύτερα στελέχη του, και έτσι το επίπεδο της βουλής ανεβαίνει συνολικά.

Στις επερχόμενες εκλογές ο πολίτης έχει να αντιμετωπίσει ισχυρά διλήμματα. Έχουμε μία πλήρως απαξιωμένη κυβέρνηση, της οποίας το έργο συνοψίζεται σε μία σειρά σκανδάλων και μια  επίδοση στην δημόσια διοίκηση η οποία,  επιεικώς κρινόμενη, είναι  κακή. Έχει επικεφαλής έναν πρωθυπουργό ο οποίος ύστερα από τρεις πρόωρες εκλογικές αναμετρήσεις, τις οποίες ο ίδιος προκάλεσε, ζητάει πάλι την εμπιστοσύνη μας για να κάνει τώρα που δεν έχει πλέον κόμμα και συνεργάτες, αυτά που δεν έκανε πριν 5 χρόνια με  165 έδρες και ισχυρή λαϊκή εντολή (αλήθεια, τι έγινε αυτή η λαϊκή εντολή; Ομόλογα και οικόπεδα;)

Από την άλλη έχουμε μία αντιπολίτευση η οποία είναι μερικώς ανακαινισμένη και έχει ορισμένα αξιόλογα στελέχη που έχουν σοβαρές προτάσεις. Το λεγόμενο “βαθύ ΠΑΣΟΚ” όμως συνεχίζει να υπάρχει, και είναι μάλλον μη-ρεαλιστικό να περιμένει κανείς ότι δεν θα δώσει μάχη κατά των μεταρρυθμίσεων που θα προτείνει η εκσυγχρονιστική πτέρυγα του κόμματος. Το χειρότερο, μέχρι πρόσφατα το ΠΑΣΟΚ δεν είχε συγκεκριμένες προτάσεις, και ακόμα δεν είναι ξεκάθαρο το πρόγραμμα του. Από τα στελέχη του ακούγονται αντιφατικά πράγματα.

Τα πράγματα περιπλέκονται περισσότερο λόγω της πιθανής ακυβερνησίας υπό την μορφή κυβέρνησης συνασπισμού. Η χώρα έχει πραγματικά και ουσιαστικά προβλήματα: στην ανταγωνιστικότητα έχουμε διολισθήσει πλέον στην 71η θέση, η οικονομία είναι υπό επιτήρηση και οι κύριοι παραγωγικοί τομείς συρρικνώνονται. Είναι κρίσιμο για την χώρα να αποκτήσει ισχυρή ηγεσία, και όχι κυβερνήση σε παράλυση. Το πρόβλημα είναι ότι στην Ελλάδα οι κυβερνήσεις συνασπισμού δεν ευδοκιμούν, γιατί ακριβώς χρειάζονται συμβιβασμούς που στην Ελλάδα κανένα κόμμα δεν θέλει να κάνει. Και αν συνυπολογίσει κανείς τον πολιτικό χαρακτήρα των μικρότερων κομμάτων, μία κυβέρνηση συνασπισμού δεν είναι μόνο απίθανη αλλά και μη-ευκταία. Το ΛΑΟΣ προτείνει φασιστικές λύσει με λαϊκίστικο περιτύλιγμα και ισχυρές δόσεις ρατσισμού, σε πραγματικά προβλήματα, που θέλουν σοβαρές λύσεις: Δεν έχουμε σοβαρή μεταναστευτική πολιτική; Το ΛΑΟΣ προτείνει Ελλάδα για τους Έλληνες. Στο άλλο άκρο του φάσματος, τα μικρότερα κόμματα της αριστεράς με την αντιδραστικότητα τους θέλουν να εκλεγούν όχι για να κυβερνήσουν, αλλά για να μην κυβερνήσουν οι άλλοι. Να μπλοκάρουν δηλαδή την πολιτική διαδικασία, για να δείξουν σε όλους πόσο κακός είναι ο φιλελευθερισμός (λες και αυτό ειναι το πρόβλημα μας στην Ελλάδα). Άρα, και να θέλουμε, μάλλον δεν μπορούμε.

Τελικά ποία είναι η επιλογή του ψηφοφόρου; Θεωρούμε ότι πρέπει να προχωρήσουμε με το υλικό που έχουμε. Στόχος είναι η κυβέρνηση αυτοδυναμίας, και η επιλογή πολιτικών σύμφωνα με το κριτήριο της εισαγωγικής παραγράφου, και όχι με πελατειακό κριτήριο. Πρέπει να αποκτήσουμε κυβέρνηση – ακόμα και με το μη-χείρον βέλτιστον.

Εκκλησιαστική περιουσία

Το μπλογκ “το φελέκι” αναφέρεται στις δηλώσεις Παπανδρέου για την εκκλησιαστική περιουσία:

Μέσα στην αχλή της γενικολογίας του και τον εσμό των υποσχέσεών του ο Γ. Παπανδρέου μίλησε ρητά για φορολόγηση της εκκλησιαστικής περιουσίας. Ποτέ δεν είναι αργά για κάτι που έπρεπε να έχει γίνει από χρόνια, το οποίο μάλιστα μπορεί να αποφέρει στον ταλαιπωρημένο κρατικό κορβανά δεκάδες εκατομμύρια ευρώ.

Συμφωνούμε απόλυτα.  Η εκκλησία δεν υπόκειται σε κανέναν έλεγχο για τα λογιστικά της, και η διαχείρηση της περιουσίας της είναι εξαιρετικά αδιαφανή. Έχει τεράστιες εκτάσεις στην Ελλάδα, εκτάσεις οι οποίες δεν χρησιμοποιούνται για το γενικό καλό, ως όφειλαν. Αντιθέτως η περιουσία αυτή χρησιμοποιείται συστηματικά με σκοπό την διαφθορά της κρατικής μηχανής (όπως φάνηκε και από την υπόθεση του Βατοπεδίου) και το ιδιοτελές κέρδος των κληρικών. Ενίοτε οι κληρικοί χρησιμοποιούν την εκκλησιαστική περιουσία για να επηρεάσουν την πολιτική ζωή του τόπου (βλ. “δεξιά του Κυρίου” και ανταλλαγές με το δημόσιο).

Επειδή όμως ζούμε σε κοσμικό κράτος, και όχι στον 16ο αι. όλα αυτά πρέπει να αλλάξουν. Ελπίζουμε ο Γ. Παπανδρέου, σε περίπτωση εκλογής του, να εκμεταλλευτεί την δυσσαρέσκεια του κόσμου με την εκκλησία και να πραγματοποιήσει τις προγραμματικές του δηλώσεις.

Σκοπια, ΠΑΣΟΚ και Ν.Δ.

Σε συνέντευξη του στο newstime.gr ο Ανδρέας Λοβέρδος ανέπτυξε τις θέσεις του ΠΑΣΟΚ για το Μακεδονικό. Ο κ. Λοβέρδος εξέφρασε άποψη για πολλές πλευρές του ζητήματος, από την ονομασία μέχρι το θέμα μειονοτήτων που θέτουν τα Σκόπια.

Η σκέψη του Ανδρέα Λοβέρδου συνοψίζεται στο εξής:

H ΝΔ μετέτρεψε ένα θέμα διαφοράς με τη γείτονα για το θέμα του ονόματος σε ένα θέμα καθολικής αντίθεσης με τα Σκόπια. Αν γίνουμε κυβέρνηση θα εξαφανίσουμε αυτή την αρνητική κατάσταση. Θα περιορίσουμε αυστηρά τις διαφορές μας στο θέμα του ονόματος και θα αναπτύξουμε σχέσεις με την πολιτική ηγεσία της χώρας. Δεν είναι π.χ. σωστό η κ. Μπακογιάννη να μην έχει ποτέ δει την ηγεσία των Σκοπίων ή να μην τηλεφωνιέται μαζί τους επειδή υπάρχει έξαρση στο θέμα του ονόματος.Η θέση του κ. Λοβέρδου λοιπόν, είναι ότι το θέμα της ονομασίας δεν είναι το μοναδικό ανάμεσα στις δύο χώρες.

Δεν διαφωνούμε – με δύο σημαντικές επιφυλάξεις. Η Ελλάδα είναι σε θέση ισχύος ως προς την FYROM: είναι μια χώρα με πενταπλάσιο πληθυσμό και εικοσαπλάσιο ΑΕΠ*. Η οικονομική διείσδυση της Ελλάδας στα Σκόπια είναι τεράστια. Στρατιωτικά, η Ελλάδα υπερέχει ξεκάθαρα των Σκοπίων. Και η Ελλάδα ανήκει σε δύο κλαμπ στα οποία τα Σκόπια φιλοδοξούν να μπουν, της ΕΕ και του ΝΑΤΟ, για τα οποία η Ελλάδα κρατάει το κλειδί της εισόδου. Τέλος, τα Σκόπια έχουν μία μεγάλη Αλβανική μειονότητα, η οποία έχει σημαντική εκπροσώπηση στο κοινοβούλιο της χώρας, και η οποία δεν ενδιαφέρεται καθόλου για την ονομασία, αλλά πάρα πολύ για την είσοδο στο ΝΑΤΟ. Τέλος, το κλίμα στο ΝΑΤΟ αλλά και την ΕΕ είναι αρνητικό στην προοπτική μίας ακόμα διευρύνηνσης, και έτσι η Ελλάδα μπορεί να “κρυφτεί” πίσω από τους συμμάχους της, χωρίς να “χρεωθεί” το βέτο, όπως δεν το χρεώθηκε πέρισυ στο Βουκουρέστι. Η Ελλάδα συνεπώς, υπερισχύει της γείτονος σε κάθε δείκτη ισχύος, και έχει έχουμε πολλούς μοχλούς πίεσης τους οποίους μπορεί να χρησιμοποιήσει προκειμένου να πετύχει τους σκόπους της. Αν η χώρα μας επιλέξει να αναπτύξει σχέσεις με την γείτονα επί γενικότερων θεμάτων, πρέπει να επιλέξει θέματα τα οποία να μπορέσει να χρησιμοποιήσει ως μοχλούς στο θέμα της ονομασίας.

Ο εκπρόσωπος της Ν.Δ. κ. Κουμουτσάκος, απάντησε στην τοποθέτηση του κ. Λοβέρδου στο newstime.gr, και η απάντηση του μας προκάλεσε απορία, καθώς από αυτήν λείπει ένα κύριο συστατικό: ουσιαστική τοποθέτηση με θέσεις:

“[Το ΠΑΣΟΚ] δίνει λευκό συγχωροχάρτι στην ηγεσία των Σκοπίων, στον εθνικιστή Γκρούεφσκι και παράλληλα προαναγγέλλει μονομερείς κινήσεις για τη μεταβολή της κατάστασης, μονομερή περιορισμό της διαφοράς στο θέμα της ονομασίας […] Γιατί λίγο πριν τις εκλογές αισθάνονται την ανάγκη να υποχωρήσουν και να υπαναχωρήσουν; Ποιους ακούει και υπακούει η ηγεσία του ΠΑΣΟΚ; Αυτή είναι η επίσημη θέση της Αξιωματικής Αντιπολίτευσης; Τί σχεδιάζει; Τί μαγειρεύει; Με ποιους συνεννοείται; […] αυτά συνιστούν άτακτη υποχώρηση στο Σκοπιανό, που σπάει την εθνική γραμμή και δείχνει επικίνδυνη κρυφή ατζέντα”.

Μπορεί κανείς να διαφωνεί με την θέση ότι χρειάζεται συνολικότερος διάλογος, αλλά ο τρόπος με τον οποίο διαφωνεί ο κ. Κουμουτσάκος θυμίζει φοβικά σύνδρομα του ‘80 μαζί με μπόλικο προεκλογικό λαϊκισμό και ολίγον από συνομωσιολογία (βλ. “με ποιούς συνενοείται”, “ποιους υπακούει η ηγεσία του ΠΑΣΟΚ” κλπ). Ο κ. Κουμουτσάκος, χωρίς ο ίδιος να τοποθετείται η να αναφέρεται στις τοποθετήσεις της Ντόρας Μπακογιάννη στο παρελθόν, Προσπαθεί να ταυτίσει την συνολικότερη προσέγγιση με τα Σκόπια με υποχώρηση στο θέμα της ονομασίας. Κάτι τέτοιο όμως δεν διαφαίνεται στην συνέντευξη Λοβέρδου.

Όπως εξηγήσαμε και πιο πάνω, η Ελλάδα έχει πολλούς μοχλούς πίεσης στην διαπραγμάτευση με τα Σκόπια. Συνεπώς πιστεύουμε, ότι δεν πρέπει να να επιτρέψουμε σε έναν εθνικιστή ηγέτη να μας “τραβήξει” στο επίπεδο του. Η Ελλάδα πρέπει να φαίνεται διαλλακτική – κυρίως στα μάτια των διεθνών μας εταίρων – ώστε το “στίγμα” της αδιαλλαξίας να πέφτει στα Σκόπια και όχι σε εμάς.

Τέλος, στο θέμα της εθνότητας, ο κ. Λοβέρδος τοποθετήθηκε ως εξής:

«Το ερώτημα σχετικά με την εθνότητα των πολιτών της γειτονικής χώρας έπεται της λύσεως της ονομασίας και αυτή την στιγμή δεν υπάρχει λύση. Νομίζω ότι η μη συμπερίληψη του θέματος της εθνότητας και της γλώσσας στις προτάσεις Νίμιτς θα μπορούσε να διευκολύνει την επίλυση του προβλήματος.»

Η κ. Μπακογιάννη έχει ακολουθήσει ανάλογη γραμμή στις διαπραγματεύσεις στον ΟΗΕ. Στο σημείο αυτό φαίνεται ότι οι θέσεις των δύο κομμάτων συμπίπτουν. Πρόκειται, όμως, για μία διαπραγματευτική γραμμή η οποία σε βάθος χρόνου θα δημιουργήσει προβλήματα: αν οι γείτονες ονομαστούν π.χ. “Βόρεια Μακεδονία”, αλλά επιλέξουν την “μακεδονική” ως ονομασίες της γλώσσας και ιθαγένειας τους αντίστοιχα, τότε είναι εύλογο ότι θα ονομάσουν εαυτούς “Μακεδόνες”. Άρα, κάποιος από την “Βόρεια Μακεδονία” βάσει της υπηκοότητας του θα ονομάζεται… “Μακεδόνας”. Δηλαδή από την “Μακεδονία”;

* Ελληνικό ΑΕΠ: $343 billion; FYROM: $18.78 billion,

*Πληθυσμός FYROM: 2,066,718 ; Ελληνικός Πληθυσμός: 10,737,428

Πρόωρες εκλογές

Ο κ. Καραμανλής προτίμησε να προκηρύξει τώρα εκλογές, παρά να χρεωθεί χειρότερη ήττα τον Μάρτιο. Τότε το ΠΑΣΟΚ θα τον υποχρέωνε να πάει σε εκλογές (μέσω της εκλογής προέδρου). Και ύστερα από 7 μήνες ακυβερνησίας η ήττα θα ήταν πολύ χειρότερη – το ΠΑΣΟΚ θα είχε ενδεχομένως αυτοδυναμία.

Τώρα η κατάσταση για την Ν.Δ. είναι κακή, αλλά το ΠΑΣΟΚ δεν είναι σίγουρο εξασφαλίζει αυτοδυναμία. Οι κυβερνήσεις συνασπισμού στην Ελλάδα δεν ευδοκιμούν, οδηγούν σε περιόδους ακυβερνησίας και αστάθειας. Ο πρωθυπουργός εκτιμά ότι θα μπορέσει να ρίξει μια κυβέρνηση συνασπισμού που ενδεχομένως να προκύψει σε περίπτωση που το ΠΑΣΟΚ αναγκαστεί σε συγκυβέρνηση με κάποιο από τα μικρότερα κόμματα, ακριβώς λόγω της αστάθειας που χαρακτηρίζει αυτές τις κυβερνήσεις.

Σε κάθε περίπτωση, η Ν.Δ. ποντάρει ότι μία περίοδος ακυβερνησίας θα λειτουργήσει υπέρ της.