Monthly Archive for June, 2009

Πoιοί από τους τριακόσιους τα πήραν;

Παρακολουθούμε με ενδιαφέρον τις εξελίξεις στην υπόθεση Siemens. Παρά την παύση λόγω ευρωεκλογών, μετά το τέλος τους είμαστε σίγουροι ότι τα ΜΜΕ θα επιστρέψουν στην κάλυψη του θέματος, πόσο μάλλον επείδη η διαφυγή Καραβέλα και Χριστοφοράκου επηρέασε το εκλογικό αποτέλεσμά.

Το πρόβλημα, όμως, με την δημοσιογραφική κάλυψη του θέματος, είναι το σημείο εστίασης. Δεν θεωρούμε ότι ο Καραβέλας και ο Χριστοφοράκος είναι τα πρόσωπα κλειδιά στην υπόθεση. Όχι γιατί δεν παρανόμησαν, αλλά γιατί απλώς αποτελούν γρανάζια ενώς καλοστημένου δίκτυου, το οποία είχε “άκρες” όχι μόνο στην Ελλάδα, αλλά παγκοσμίως. Η εκπομπή Frontline του Αμερικανικού δικτύου PBS σε ρεπορτάζ για το “μαύρο χρήμα” αναφέρεται εκτενώς στις δραστηριότητες της Siemens σε άλλες χώρες. Μας πληροφορεί ότι στην Τσεχία η Siemens έδρασε με τον ίδιο ακριβώς τρόπο που έδρασε στην Ελλάδα. Λάδωσε βουλευτές και των δύο κομμάτων  για να εξασφαλίσει προμήθειες εξοπλισμού – άλλωστε η συνενοχή συμπολίτευσης και αντιπολίτευσης είναι η καλύτερη εγγύηση ότι σε περίπτωση αποκάλυψης ένα σκάνδαλο δεν θα διερευνηθεί διεξοδικά. Κατά μία έννοια λοιπόν οι Χριστοφοράκος – Καραβέλας, όχι μόνο δεν είναι οι πρωταγωνιστές της υπόθεσης, δεν είναι καν οι μεγαλύτεροι ύποπτοι. Διατηρούσαν στενές σχέσεις με μεγάλα τζάκια και μετέφεραν χρήματα από τα μαύρα ταμεία της Siemens στους παραλήπτες.

Αυτό που μας ενδιαφέρει περισσότερο ως πολίτες, είδικα επειδή την Κυριακή ψηφίσαμε, είναι ποιοι ήταν οι παραλήπτες. Η ειρωνεία είναι ότι η κυβέρνηση Καραμανλή έκλεισε την βουλή για να μην αποκαλυφθούν λεπτομέρειες της υπόθεσης Siemens, αφού προηγουμένως η πλειοψηφούσα είχε απόσχει από δύο ψηφοφορίες προκειμένου να μην συζητηθεί το θέμα. Συνεπώς για την κυβέρνηση η απονομή της δικαιοσύνης δεν είναι για όλους, αλλά μόνο για ορισμένους, και όταν πλησιάζουμε στην αλήθεια αρχίζουν τα παιχνίδια με τους θεσμούς. Όπως έγραψε και ο George Orwell στην φάρμα των ζώων, “τα γουρουνάκια διαπίστωσαν ότι ορισμένα ζώα είναι πιο ίσα από τα τα άλλα.”

Για εμάς τα “μεγάλα ψάρια” δεν έχουν πιαστεί. Και μέσα σε αυτό το κλίμα αδιαφάνειας και διαφθοράς, ενδεχομένως κάποιοι πολίτες να ψηφίσανε υπέρ κάποιου λάδωσε η Siemens και δεν το γνωρίζουν…

Το σύνδρομο Dreadnought των ελληνικών κομμάτων

Όταν το 1906 η Βρετανική Αυτοκρατορία κατασκεύασε το πρώτο Dreadnought, το πλέον σύγχρονο τεχνολογικά πολεμικό πλοίο της εποχής, κατείχε την υπεροπλία δυνάμεων στα τότε «συμβατικά» ναυτικά πολεμικά μέσα. Εισάγοντας το Dreadnought έχασε το στρατηγικό της πλεονέκτημα, καθώς ξεκίνησε ένας νέος εξοπλιστικός ανταγωνισμός στη βάση της τεχνολογίας του καινούριου αυτού πλοίου – στη νέα αυτή τεχνολογία τόσο η Βρετανία όσο και οι αντιπαλοί της ξεκινούσαν σχεδόν από μηδενική βάση. Έκτοτε, όταν ένα κράτος έχει αναπτύξει νέες τεχνολογίες τις οποίες όμως δεν χρησιμοποιεί από φόβο μήπως ανατραπεί η υπάρχουσα ισορροπία δυνάμεων, λέγεται ότι πάσχει από το «σύνδρομο Dreadnought».

Στην εληνική πολιτική τα δύο κόμματα εξουσίας ανακυκλώνουν τις ίδιες στρατηγικές, συμπεριφορές και πολιτικό λόγο που στη δομή τους επαναλαμβάνονται τουλάχιστον τις τελευταίες δύο δεκαετίες: πελατειακοί δεσμοί, μετακύληση οριζοντίως –στις προηγούμενες κυβερνήσεις- και καθέτως -στους διοικητικά υφιστάμενους– των πολιτικών ευθυνών, μηδενικές ή φωτογραφικές μεταρρυθμίσεις, επικοινωνιακή πολιτική άνευ ουσιαστικών προτάσεων, άγονη αντιπολιτευτική κριτική επί παντός διακυβεύματος και φυσικά… παπαγαλάκια.

Το ερώτημα που ανακύπτει αβίαστα είναι το εξής: δεν υπάρχουν νέες ιδέες; Σίγουρα υπάρχουν. Μέσα στο σύνολο των κομμάτικών επιτελείων, των κομματικών στελεχών και των επαγγελματιών συμβούλων παράγονται καινοτόμες πολιτικές και προτάσεις. Επιπλέον, όταν ανέλαβαν τα ηνία των κομμάτων τους, οι αρχηγοί της ΝΔ και του ΠΑΣΟΚ πρόεβαλαν επιτυχώς ένα ανανεωτικό προφίλ και αρχικά προσπάθησαν να ακολουθήσουν αντίστοιχες πολιτικές τακτικές- για να επιστρέψουν εκ νέου στις παραδοσιακές ελληνικές μορφές ηγεσίας και διακυβέρνησης.

Αυτό που δεν υπάρχει είναι η θέληση και το σθένος να εφαρμοστούν οι όποιες νέες πολιτικές «τεχνολογίες». Τα δύο κόμματα έχουν συνηθίσει να λειτουργούν εντός συγκεκριμένων πλαισίων, ακολουθώντας την πεπατημένη οδό όσον αφορά στο μεταξύ τους ανταγωνισμό, αλλά και σε σχέση με την προσέγγιση των ψηφοφόρων. Οι πεπαλαιωμένοι μηχανισμοί τους, από τη μία, και η ισχύς του δικομματισμού, από την άλλη, μπορεί να μη φέρουν εντυπωσιακά αποτελέσματα, αλλά αποτελούν εγγύηση ότι αργά ή γρήγορα θα εναλλαχθούν και πάλι στην εξουσία. Η αλλαγή αυτού του συστήματος ενέχει μεγάλο ρίσκο, καθώς το αντίπαλο κόμμα θα μπορούσε να ανταποκριθεί στα νέα δεδομένα αποτελεσματικότερα, καταφέρνοντας μία συντριπτική νίκη, η παραδοσιακή βάση των κομμάτων ίσως να χανόταν και η εκλογική συνεισφορά των πελατειακών δικτύων θα ακυρωνόταν. Ως εκ τούτου, ΝΔ και ΠΑΣΟΚ παραμένουν εγκλωβισμένα στο δικό τους σύνδρομο Dreadnought: μη έχοντας τη γενναιότητα να ανανεώσουν ουσιαστικά την πολιτική σκηνή με νέες πολιτικές «τεχνολογίες», επιλέγουν να διατηρούν μία ισορροπία δυνάμεων, η οποία ναι μεν δεν επιτρέπει σε κανένα από τα δύο κόμματα να υπερτερεί ξεκάθαρα, εξασφαλίζει όμως ότι κανένα δε θα καταποντιστεί πολιτικά.

Καταλήγουμε, λοιπόν, στη λαϊκή ρήση που υπενθυμίζει πως «στην Ψωροκώσταινα τίποτα δεν αλλάζει»; Όχι, το δίλλημα «αλλάζουμε ή βουλιάζουμε» δεν τίθεται. Τα κόμματα de facto θα αναγκαστούν να αλλάξουν. Αυτό δείχνουν τα αποτελέσματα των Ευρωεκλογών της 7ης Ιουνίου: τα χαρακτηριστικά της ελληνικής κοινωνίας και των ψηφοφόρων της δεν είναι τα ίδια με το παρελθόν. Αυτό δείχνουν και οι διεθνείς εξελίξεις στο οικονομικό και πολιτικό επιπέδο, στις οποίες πρέπει να προσαρμοσθεί και τις οποίες πρέπει να ακολουθήσει η ελληνική πολιτική. Το πραγματικό ερώτημα και πιθανό μελλοντικό δυστύχημα είναι από ποιά βάση θα εκκινήσουν τα κόμματα και μαζί το ελληνικό κράτος για να προλάβουν εξελίξεις που έχουν ήδη συντελούνται.

Ο δικομματισμός και οι ευρωεκλογές

Σε ένα πολύ ενδιαφέρον άρθρο στο blog αναΜόρφωση, ο SG γράφει για την εκλογική συμπεριφορά των ψηφοφόρων η οποία ενισχύει τον δικομματισμό. Σύμφωνα με το άρθρο  κριτήριο ψήφου των πολιτών δεν αποτελεί μόνο ποιο κόμμα επιθυμούν πραγματικά να δουν στην εξουσία,  αλλά και ποιό αποτελεί ρεαλιστική επιλογή:

Με βάση το εκλογικό μας σύστημα συνήθως μόνο τα δυο μεγάλα κόμματα έχουν ουσιαστικές πιθανότητες να κυβερνήσουν Ψήφος σε οποιοδήποτε άλλο κόμμα είναι έμμεση στήριξή στο πρώτο κόμμα, που μπορεί να μην μας αρέσει τόσο όσο το δεύτερο Έτσι ένα ορθολογικό άτομο ουσιαστικά έχει επιλογή μόνο μεταξύ ΝΔ και ΠΑΣΟΚ, διαλέγει το ένα από τα δυο όχι επειδή του αρέσει αλλά επειδή τον ενοχλεί λιγότερο.

Στην βιβλιογραφία αυτή η πρακτική ονομάζεται στρατηγική ψήφος, δηλαδή ψήφος που δεν αποκαλύπτει τις πραγματικές προτιμήσεις του ψηφοφόρου αλλά μεγιστοποιεί την ικανοποίηση από το εκλογικό αποτέλεσμα Ο ψηφοφόρος δεν ψηφίζει την εναλλακτική που προτιμά αλλά αυτή που προτιμά ανάμεσα σε αυτές που έχουν πιθανότητες να κερδίσουν.

Στο επίπεδο συμπεριφοράς του ψηφοφόρου, το άρθρο εξηγεί πολλά. Εμείς από την πλευρά μας θα θέλαμε να προσθέσουμε κάποια στοιχεία που δρουν στο συστεμικό επίπεδο τα οποία πιστεύουμε ότι ενισχύουν τον δικομματισμό.

Στο ατομικό επίπεδο ο ψηφοφόρος ρέπει προς τον δικομματισμό ελλείψει αξιόπιστης εναλλακτικής. Όμως αυτό ενισχύεται στο συστεμικό επίπεδο.  Έχουμε ένα πολιτικό σύστημα κατασκευασμένο να λειτουργεί πελατειακά, το οποίο πρακτικά σημαίνει ότι δεν έχουμε πολιτικές προτάσεις. Αντ’ αυτού έχουμε εξατομικευμένες πελατειακές εξυπηρετήσεις. Eξ ορισμού, λοιπόν, αυτοί που δεν σκέφτονται πελατειακά ή με κομματικό κριτήριο, αποκλείονται από την πολιτική διαδικασία, εφόσον δεν θέλουν να “βαφούν” (πράσινοι, μπλε, η άλλα χρώματα). Έτσι, εφόσον ένας βουλευτής εξυπηρετεί έναν ικανό αριθμό ανθρώπων στην περιφέρεια του, έχει εξασφαλισμένη την επανεκλογή του ανεξαρτήτως πολιτικών προτάσεων, ήθους κλπ. Ο κομματικός στρατός θα κάνει την δουλειά του. Άρα, ένα μεγάλο ποσοστό ψηφίζει για να εξυπηρετηθεί, ενώ οι υπόλοιποι ψηφοφόροι είτε απέχουν είτε ψηφίζουν διαμαρτυρόμενοι. Εδώ πρέπει να σημειωθέι ότι όταν  εξυπηρετούμενες μειοψηφίες αναδεικνύουν κυβερνήσεις σε εκλογές με μεγάλα ποσοστά αποχής και δυσαρέσκειας, έχουμε σοβαρό δημοκρατικό πρόβλημα.

Ο SG καταλίγει ότι στις ευρωεκλογές η συμπεριφορά αυτή “χαλαρώνει” και οι επιλογές των ψηφοφόρων προσεγκίζουν τις πραγματικές τους προτιμήσεις. Λέει ο SG, “[...] στις Ευρωεκλογες δεν κρινεται η διακυβερνηση της χωρας την οποια ασκει οποιος μαζεψει τις περισσοτερες ψηφους, αλλα μονο η εκπροσωπηση στο Ευρωκοινοβουλιο που γινεται απο καθε Ευρωβουλευτη ξεχωριστα.” Έτσι, λόγω της απογοήτευσης των πολιτών τα δύο μεγάλα κόμματα χάνουν και τα μικρότερα κερδίζουν ποσοστά.

Αυτό ενισχύει και την δική μας άποψη ότι στην Ελλάδα δεν φοβόμαστε να προχωρήσουμε και να αλλάξουμε. Υπάρχει πλέον μία κρίσιμη μάζα ανθρώπων που επιθυμεί να δει μία καλύτερη Ελλάδα. Αυτή όμως δεν μπορεί να ξεφύγει από της πιέσεις του πολιτικού συστήματος, και έτσι δεν έχει πολιτική εκπροσώπηση και παραμένει παγιδευμένη στις συμπληγάδες του δικομματισμού. Όταν όμως αυτές οι συστεμικές πιέσεις είναι απούσες ή ποιο ήπιες, όπως στις ευρωεκλογές, τότε οι πραγματικές προθέσεις των ψηφοφόρων γίνονται πιο ξεκάθαρες.