Monthly Archive for May, 2009

Ποιά επικοινωνιακή πολιτική;

Αξίζει να αναρωτηθεί κάνεις για την ποιότητα του λόγου που εκφέρουν οι Έλληνες πολιτικοί.

Υπό ιδανικές συνθήκες, ο πολιτικός προσπαθεί να πείσει τον κόσμο τόσο για την ορθότητα των προτάσεων του, όσο και για τους λόγους για τους οποίους οι εναλλακτικές που πρεσβεύουν οι αντίπαλοι του δεν είναι επαρκείς. Το ίδιο ισχύει και σε κομματικό επίπεδο. Οι κυβερνήσεις προσπαθούν να πείσουν τους πολίτες ότι οι πολιτικές τους είναι χρηστές, ενώ η εκάστοτε αντιπολίτευση ελέγχει την κυβέρνηση για το ορθό των δράσεων της. Συνεπώς, θα μπορούσε κανείς να πει ότι ο πολιτικός λόγος έχει επιμορφωτικό χαρακτήρα, καθώς ο ομιλητής προσπαθεί να εξηγήσει στον κόσμο γιατί μία συγκεκριμένη πολιτική είναι απαραίτητη και σε τι αποσκοπεί, ή το αντίθετο.

Εκεί υπεισέρχεται η επικοινωνιακή πολιτική. Επειδή οι κυβερνήσεις δέχονται πιέσεις από πάρα πολλές πηγές (ομάδες πίεσης, αντίπαλα κόμματα, αντιπολίτευση, ΜΜΕ) η επικοινωνία του μηνύματος στον κόσμο έχει γίνει επιστήμη: πως μπορεί καλύτερα κανείς να δώσει στον κόσμο να καταλάβει το περιεχόμενο μιας πολιτικής πρότασης.

Η επικοινωνιακή στρατηγική, λοιπόν, προϋποθέτει ότι υπάρχει μία πολιτική που θέλει κανείς να προωθήσει. Το πρόβλημα στην Ελλάδα είναι ότι η πλειοψηφία των πολιτικών, στην πραγματικότητα, δεν έχουν κάποια συγκεκριμένη δημόσια πολιτική να προωθήσουν. Παρακολουθώντας κανείς τα βραδινά δελτία έχει την εντύπωση ότι οι ομιλούσες κεφαλές αερολογούν, επιδιδόμενες σε μια ιδιόμορφη παρτίδα τηλεοπτικού πόκερ κατά την οποία προσπαθούν να βγάλουν το μάτι του πολιτικού τους αντιπάλου καταλήγοντας απλώς να ακούγονται ως εξυπνάκηδες. Η πολιτική έχει αρκετό πόκερ, όταν όμως πίσω από το debate δεν υπάρχουν ουσιαστικές προτάσεις (και πολλές φορές οι πολιτικοί είναι ανενημέρωτοι σχετικά με δημόσια θέματα), τότε το θέαμα είναι κωμικό και τραγικό μαζί. Η συζήτηση γίνεται ολοένα και πιο αφηρημένη και θυμίζει καφενείο, και οι πολιτικοί μοιάζουν με αυτούς που με “τα λόγια χτίζουν ανώγια και κατώγια”.

Το πρόβλημα είναι ότι η επικοινωνιακή πολιτική που δεν έχει περιεχόμενο απλώς κάνει τους πολιτικούς να φαίνονται  θρασείς, καθώς πιστεύουν ότι αν “τα πουν” σωστά, θα καταφέρουν να βγάλουν το μαύρο άσπρο χωρίς πολιτικό κόστος. Ο κ. Καραμανλής, π.χ., στην συνέντευξη του στον Γ. Πρετεντέρη, μας είπε ότι  για κανένα από τα σκάνδαλα δεν έχουν ευθύνη πολιτικά πρόσωπα, υπαινισσόμενος έτσι ότι αυτά διαπράχθηκαν από τους διοικητικούς των Υπουργείων. Μας είπε επίσης ότι όλες οι υποθέσεις διερευνήθηκαν πλήρως και ότι η βουλή ορθώς έκλεισε για να μην εισπράξει φθορά το κόμμα. Ο κ. Καραμανλής λοιπόν, μας είπε ευθέως ότι τα σκάνδαλα ήταν αυτοφυή, και ότι η Βουλή έπρεπε να κλείσει για να μην εισπράξει η κυβέρνηση πολιτική φθορά. Δηλαδή μας είπε ότι στην Βουλή δεν κουβεντιάζουμε για τα προβλήματα του τόπου και ότι στην Βουλή δεν νοείται το κυβερνών κόμμα να βρίσκεται προ των ευθυνών του, βάσει της αρχής του δημοκρατικού ελέγχου. Όλα αυτά μας τα είπε με αβρότητα, και (επίπλαστη) ταπεινότητα.

Είμαστε σίγουροι ότι  ο κ. Καραμανλής ακολούθησε της συμβουλές των επικοινωνιολόγων του, οι οποίοι του είπαν ότι προηγείται στις δημοσκοπήσεις ως καταλληλότερος για πρωθυπουργός, και συνεπώς πρέπει να παίξει το χαρτί της προσωπικής του γοητείας για να δικαιολογήσει τα αδικαιολόγητα. Το αποτέλεσμα, κατά την άποψη μας ήταν τραγικό.

Shall we wave a flag?

According to the words of the European Commission’s Vice- President, Margot Wallstrom, we shall not. In her message for the Europe Day (May 9) the EU is conceived as an institution that “doesn’t do passion” and this feature is presented to be a success. There can be no doubt, that currently the majority of the European citizens have neutral emotions towards the EU. What we do doubt is that the EU can exist as a strong entity without invoking positive emotions among its citizens.

It is widely known that the EU technocrats approach their tasks in a bureaucratic, almost beyond-politics manner. For the EU is a child of modernity and the neo-liberal consensus of the last decades, views politics in their rational dimension and ignores their affective aspects. But, as has been shown during the course of the time to the 21st century, politics do include affective aspects. They are still conditioned by “love and hate” (or for those who prefer by the “Eros and Death” twins). Moreover, the emotional factors play a major role in the formation of any political entity and the bonds connecting its constituents members. It is these factors that create a collective identity which  ties each member to the whole and ensures his or her support to the community.

Until now the European Union has failed to generate such an identity. The bureaucratic nature of its administration combined with the democratic deficit that characterizes its politics, make people feel that the EU is not relevant to them and their everyday lives. However, if the European countries are to carry their cooperation further, sooner or later they will have to invest in a common identity.

Rational arguments were strong enough to keep European cooperation going during the prosperous post-war era, and to carry it through the various economic crises that took place during this period. But back then, the size of the Union and the range of its politics were still restricted. In the 27 member EU, the divergences between in national interests and culture are increased manifold; it will continuously be harder to come up with policies that satisfy the citizens of all member states at the same time. Furthermore, nowadays the EU dictates a wide range of the member states’  the national politics. Its jurisdiction is not restricted to the ordinary, “boring things” of the past, and with policies extending from market regulation to health and educational issues, it influences important aspects of people’s daily lives. Margaret Walstrom, asserted that people treat the EU “like the insulation of their house”, i.e. they care for it, but they do not constantly think about it. We think this is not entirely true. Because of the extended jurisdiction and responsibilities the EU is assuming, people are becoming aware of it. And they need to be involved and identify with the Union, in order for such far reaching policies to gain support and for consensus among so many states to be possible.

The EU already evokes emotive reactions. Like Wallstrom puts it, “A tiny minority detests it”. The extreme left and the extreme right condemn it for being a cruel, capitalistic instrument. Even worse,  to them, membership in it implies a devastating loss of national sovereignty. This kind of perspective includes a highly emotional substratum and cannot be confronted with pure economic jargon. People need to feel that they are part of the EU and that the European vision regards them as real people, with real needs. In an economic crisis, societies are polarized and radicalized and the mainstream is weakened. This could very well lead to disintegration – and we should all be well aware that Europe has been through that on numerous occasions in its long history.

To be sure, we are far from seeing dictators back in power; and we will probably get through the  current financial crisis, without a major political crisis such as the one described above. But we never know when an a number of factors can converge to create a severe crisis which could jeopardise the coherence of the EU. There are many within the most powerful states of the Union wondering about how long will richer countries with sound economies continue to drag along those lacking behind. An intensified crisis could very well lead member-states to put their national interest above all other considerations, and only few europeans would be  disposed to make sacrifices for the distant and and ”subsidiary” EU.

Due to its history and experience, Europe can be a sober power for peace, economic growth, and political development. The EU is a fundamentally collective entity, drawing strength from  cooperation among the member states. Thus the EU shall wave a flag inviting its people to identify with it and ensuring its coherence.

Η “δωρεάν” παιδεία

Έχουμε αναρωτηθεί πολλές φορές τι ακριβώς εννοεί το ΚΚΕ και οι προσκείμενες σε αυτό παρατάξεις της αριστεράς, όταν λένε “δωρεάν παιδεία”.

Όλες οι κυβερνήσεις, κατά καιρούς, επιχειρούν μεταρρύθμιση της παιδείας. Θεωρούμε πως αυτή είναι απαραίτητη, καθώς ένα καλό σύστημα δευτεροβάθμιας και ανώτατης εκπαίδευσης είναι απαραίτητο: αφενός γιατί η παιδεία αποτελεί κεφάλαιο το οποίο ενισχύει την κοινωνική συνοχή, και αφετέρου αποτελεί μια πνευματική υποδομή που καθιστά μια χώρα ανταγωνιστική στο εξωτερικό και δυναμική και δημιουργική στο εσωτερικό.

Η στάση της αριστεράς στον τομέα της παιδείας είναι σταθερά αντιδραστική: μπλοκάρει κάθε πρόταση με την οποία δεν συμφωνεί κλείνοντας τα πανεπιστήμια. Έτσι, κάθε φορά που έχουμε μια πρόταση οι αριστερές παρατάξεις με μεθοδεύσεις που μόνο δημοκρατικές δεν μπορούν να χαρακτηριστούν κλείνουν τα πανεπιστήμια εις βάρος των υπόλοιπων φοιτητών. Διατηρείται έτσι το σημερινό χαώδες στάτους κβο – το οποίο φυσικά την βολεύει πάρα πολύ. Ο μέσος χρόνος σπουδών στο πολύπαθο πολυτεχνείο έχει φτάσει τα 7.5 χρόνια. Πέραν του ότι πολλοί φοιτητές χάνουν μεταπτυχιακά, χάνονται και πάρα πολλά χρήματα, ειδικά στις περιπτώσεις παιδιών που σπουδάζουν σε πόλη διαφορετική από αυτή που μεγάλωσαν, και τα οποία πρέπει να συντηρούν οι γονείς τους.

Το παράδοξο είναι ότι μέσω της αντιδραστικότητας τους, τελικά οι παρατάξεις αυτές ακολουθούν ταξική πολιτική. Με τις μεθοδεύσεις τους διασφαλίζουν ότι η παιδεία δεν είναι δωρεάν και δεν είναι για όλους. H αντίδραση σε κάθε μεταρρύθμιση σημαίνει ότι οι θέσεις παραμένουν περιορισμένες και συνεπώς μόνο ορισμένοι σπουδάζουν. Όταν οι θέσεις είναι περιορισμένες, έχουμε το κλασσικό πρόβλημα που προκύπτει όταν η ζήτηση είναι κατά πολύ μεγαλύτερη από την προσφορά: ανεβαίνουν οι βάσεις δυσανάλογα, ειδικά στις δημοφιλείς σχολές. Συνεπώς, οικογένειες που έχουν μεγαλύτεροι οικονομική δυνατότητα, είτε πληρώνουν ακριβότερα (και θεωρητικά καλύτερα) φροντιστήρια, τα οποία άλλοι δεν έχουν δυνατότητα να πληρώσουν, είτε στέλνουν τα παιδιά τους στο εξωτερικό. Αν κάποιος δεν έχει οικονομική δυνατότητα, ή δεν χωράει στον προκρούστη που λέγεται πανελλήνιες, ας κόψει το κεφάλι του. Και οι παρατεταμένες σπουδές των 7.5 χρόνων, λόγω καταλήψεων, σημαίνουν ότι το κόστος σε χρόνο και χρήμα δεν αντανακλάται στην ποιότητα των σπουδών. Δηλαδή, οι σπουδές παρατείνονται λόγω καταλήψεων, όχι λόγω ποσότητας διδακτέας ύλης, και αυτή την παράταση την πληρώνουμε όλοι.

Αναρωτιόμαστε τελικά πόσο πιστεύει το “φιλολαϊκό” ΚΚΕ ότι μπορεί ένας μέσος γονιός να συντηρεί ένα παιδί σε μια άλλη πόλη, πληρώνοντας τις καταλήψεις και καλόπαιδα που τα σπάνε. Επίσης αναρωτιόμαστε γιατί το ΚΚΕ πιστεύει ότι όλοι πρέπει να πληρώνουμε το πολύ πραγματικό κοινωνικό και οικονομικό κόστος του “όμορφου, αγγελικά πλασμένου” κόσμου που υποτίθεται ότι προωθούν με καταλήψεις αποφασισμένες από μειοψηφείες, δηλαδή πραξικοπηματικά. Γιατί θα πρέπει η παιδεία στην χώρα μας να βαλτώνει λόγω αντιδραστικών ομάδων που επιβάλουν τετελεσμένα σε φοιτητές που νοιάζονται να σπουδάσουν και να τελειώσουν στην ώρα τους;

Εμείς τασσόμαστε υπέρ ενός πανεπιστημιακού συστήματος που θα λειτουργεί για όλους. Πρώτον, πρέπει να εξυγιανθεί το δημόσιο πανεπιστήμιο ώστε να παρέχει καλύτερης ποιότητας παιδεία. Θα μπορούσε ενδεχομένως να θεσμοθετηθεί ένα σύστημα συνεισφοράς βάσει οικονομικής δυνατότητας: ο καθένας θα πληρώνει βάσει των οικονομικών του δυνατοτήτων, με αυτούς που δεν μπορούν να πληρώσουν να φοιτούν δωρεάν. Τα χρήματα αυτά θα απορροφώνται απευθείας από το πανεπιστήμιο, χωρίς μεσάζοντες, και θα επενδύονται στις υποδομές του. Είμαστε σίγουροι ότι τα πόσα που θα απαιτούνται από τον καθένα ώστε να διασφαλισθεί η σωστή λειτουργία του θα είναι πολύ μικρότερα από αυτά που πληρώνονται σε φροντιστήρια ετησίως. Εξίσου σημαντικό, η ισχύς όλων των κομματικών παρατάξεων πρέπει να μειωθεί δραστικά: το πανεπιστήμιο δεν μπορεί να διοικείται από τα κόμματα. Επίσης πρέπει να επιτραπούν τα ιδιωτικά πανεπιστήμια, τα οποία μία τεράστια μερίδα απόδημων νέων ήδη πληρώνει στο εξωτερικό, με μεγάλο κόστος για την Ελλάδα σε οικονομικό επίπεδο αλλά και σε ανθρώπινο δυναμικό. Τέλος, τα ιδιωτικά πανεπιστήμια θα πρέπει να λειτουργούν με αυστηρές προϋποθέσεις και επιτήρηση ώστε να πληρούν ένα μίνιμουμ προϋποθέσεων. Θεσμικά, επίσης θα πρέπει να είναι δομημένα ώστε να λειτουργούν με τα πρότυπα μη-κερδοσκοπικών ιδρυμάτων.

Θεωρούμε ότι ένα τέτοιο σύστημα, το οποίο δίνει πολύ πιο ρεαλιστικές λύσεις από την ουτοπία των αριστερών παρατάξεων, θα επιτρέπει σε πολύ περισσότερους νέους πρόσβαση στην παιδεία με όρους αξιοπρεπείς και, το κυριότερο, σε αξιοπρεπή ιδρύματα. Είναι οπωσδήποτε προτιμότερο από το να εμμένουμε σε συστήματα που δεν λειτουργούν, στο όνομα της δικαίωσης ενός ασαφούς στόχου που καθορίζει ένας “αγώνας” ο οποίος έχει γίνει σύνθημα χωρίς ουσία.

Το ηθικό, το νόμιμο, και το κλείσιμο της βουλής

Η κυβέρνηση έχει πολλές φορές ταυτίσει το νόμιμο με το ηθικό για να δικαιολογήσει τις επιλογές της. Εμείς πιστεύουμε ότι η ταύτιση είναι σίγουρα βολική, αλλά οπωσδήποτε λανθασμένη. Θα μπορούσε κανείς π.χ. να πει ότι είναι νόμιμο να μηνύσεις έναν πάμφτωχο ο οποίος κλέβει τρόφιμα από απελπισία. Είναι όμως ηθικό;. Είναι επείσης νόμιμο ο πρωθυπουργός να κλείσει την βουλή πριν το καλοκαίρι, ακόμα και εν μέσω σκανδάλων. Είναι όμως ηθικό;

Η κίνηση, καθόλα νομότυπη, σχεδιάστηκε έτσι ώστε να αιφνιδιάσει. Ανακοινώθηκε Παρασκευή βράδυ ώστε να μην εμφανιστεί στις σαββατιάτικες εφημερίδες, και οι αρχηγοί κομμάτων ενημερώθηκαν την τελευταία στιγμή. Η σκοπιμότητα της είναι πασιφανής – να σταματήσει η φθορά του κυβερνώντος κόμματος από τα σκάνδαλα, να μην φτάσει στην Βουλή η δικογραφία για την υπόθεση εξαγοράς της “Γερμανός”, που σημαίνει νέο σκάνδαλο, αλλά και να μην ανασυρθεί η υπόθεση Βατοπεδίου, για το οποίο προέκυψαν νέα στοιχεία.

Το μείζων θέμα που προκύπτει είναι αυτό της παραγραφής. Η κίνηση της κυβέρνησης σημαίνει ότι πιθανά αδικήματα από το 2004 εως 2007 (όλα τα σκάνδαλα της Ν.Δ. δηλαδή) παραγράφονται. Το ερώτημα είναι, γιατί να παραγράφονται; Κάτι το οποίο ήταν παράνομο το 2004, δεν είναι παράνομο πλέον; Αν κάποιος ήταν παράνομος το 2004, δεν είναι παράνομος μετά το 2007; Εφόσον δεν υπάρχει νέος νόμος, ή δεν έχει προκύψει μία νέα κοινωνική κατάσταση που να καθιστά παλιότερους νόμους ανεφάρμοστους, αλλά αντιθέτως, ο κόσμος απαιτεί ολοένα και περισσότερο διαφάνεια και τιμωρία των υπευθύνων, γιατί παραγράφονται τα αδικήματα; Αξίζει επίσης να σταθούμε λίγο στον “νόμο περί ευθύνης υπουργών”, ο οποίος πρακτικά μεταφράζεται σε “ασυλία υπουργών”. Στην περίπτωση της εξαγοράς της “Γερμανός” (όπως και σε όλες τις προηγούμενες), η δικογραφία στάλθηκε στην Βουλή γιατί προέκυψαν στοιχεία  εις βάρος πολιτικών προσώπων. Άρα λοιπόν, οι βουλευτές για τους οποίους προέκυψαν στοιχεία θα καλούνταν να κριθούν από το ίδιο τους το κόμμα. Η έλλειψη ελέγχου είναι καταφανής -  οι βουλευτές της πλειοψηφίας ψηφίζουν αν κάποιος “δικός τους” πρέπει να παραπεμφθεί.

Το χειρότερο είναι ότι η Βουλή δεν έκλεισε για να μην παραπεμφθούν υπουργοί. Αυτοί λόγω του ισχύοντος νόμου απολαμβάνουν de facto ασυλίας. Όταν οι υπεκφυγές εξαντλήθηκαν, και η κατάσταση για τη κυβέρνηση έγινε πολιτικά επικίνδυνη, αυτή  έπαιξει με τους θεσμούς για να διακόψει δια παντός την επιζήμια γι αυτήν συζήτηση: Το (νομότυπο) κλείσιμο της βουλής μαζί με την παραγραφή πρακτικά σημαίνει ότι συζήτηση δεν θα γίνει ούτε στο μέλλον για αυτά τα θέματα. Η κυβέρνηση επέλεξε να κλείσει την βουλή με το μάτι στις εκλογές ώστε να μην ζημιωθεί – ως όφειλε – από τα κακώς πεπραγμένα της.

Όλα αυτά δείχνουν ότι η στρατηγική της κυβέρνησης είναι να χειριστεί την διαφθορά ως θέμα κατεξοχήν πολιτικό, και όχι δικαστικό – το οποίο στην πραγματικότητα είναι: κάποιοι παρανόμησαν, έχουν προκύψει στοιχεία εις βάρος τους και δεν παραπέμπονται. Στην συγκάλυψη που επιχειρεί ο κ. Καραμανλής, χειρίζεται πολιτικά θεσμούς των οποίων την ακεραιότητα θα έπρεπε να σέβεται αλλά και να διαφυλάσσει. Αν η Βουλή είναι η έδρα της δημοκρατίας, και η κυβέρνηση την κλείνει αιφνιδίως και με τρόπο αντίθετο από αυτόν που είθισται επειδή δεν την “βολεύει” το πολιτικό κλίμα, τότε παρόλο που κινείται στα πλαίσια του νόμιμου, κινείται και στην σφαίρα του ανήθικου.

Κόμμα Über Alles

Συνεχίζουμε με τρίτο άρθρο για την υπόθεση Παυλίδη, γιατί, όπως έχουμε πει και σε προηγούμενο ποστ, θεωρούμε ότι αναδεικνύει πολλές προβληματικές πτυχές του πολιτικού μας συστήματος.

Την ημέρα της ψηφοφορίας (την προηγούμενη Δευτέρα) ακούστηκαν στα δελτία ειδήσεων πράγματα τα οποία κανονικά θα έπρεπε να έχουν προκαλέσει έντονο σχολιασμό και αντιδράσεις. Αυτό όμως, δεν έγινε, και οδηγείται κανείς να συμπεράνει ότι ο δημόσιος διάλογος στην χώρα έχει φτάσει σε τέτοιο επίπεδο, που έχουμε όλοι αναισθητοποιηθεί ακόμα και στα πιο παράλογα και φαιδρά επιχειρήματα που εκφέρονται. Πράγματα ενάντια σε κάθε λογική, περνάνε απαρατήρητα και θεωρούνται συνηθισμένα.

Στο βραδινό δελτίο ειδήσεων του MEGA την προηγούμενη Δευτέρα, προβλήθηκε ρεπορτάζ με θέμα την ψηφοφορία στην Βουλή για την παραπομπή του Αριστοτέλη Παυλίδη (μπορείτε να το δείτε σε αυτό το link, στο clip με τίτλο “Απόψε η ψηφοφορία για Παυλίδη στη Βουλή”). Στο ρεπορτάζ ακούστηκαν δύο αξιοσημείωτα πράγματα. Το πρώτο, από τον κ. Μανούση, ο οποίος δωροδόκησε και εκβιάστηκε (λέει ο ίδιος) από τον κ. Παυλίδη, και το δεύτερο απο βουλευτή της Ν.Δ. Ο κ. Μανούσης, δήλωσε ότι “έχοντας [...] και κομματική συνείδηση πήγα εκεί που έπρεπε να πάω την υπόθεση (σ.σ. στην κομματική ηγεσία της Ν.Δ.), δεν πήγα στον εισαγγελέα”. Ο δημοσιογράφος, τον διακόπτει και τον ρωτάει γιατί δεν κατέθεσε μηνυτήρια αναφορά κατά του κ. Παυλίδη. Ο Μανούσης απαντάει με απόλυτη φυσικότητα “γιατί πιστεύω ότι τα θέματα της πολιτικής σήψης αντιμετωπίζονται από τις ηγεσίες των κομμάτων και όχι από τους εισαγγελείς”. Από που να πρωτοξεκινήσει κανείς. Κατά πρώτο λόγο, ποινικά κολάσιμη δεν είναι μόνο η δωροληψία, αλλά και η δωροδοκία. Αρα, ο κ. Πανούσης έπρεπε να έχει επίσης παραπεμφθεί. Επιπλέον, η δήλωσή του ότι έχει κομματική συνείδηση ίσως να μην ήταν τόσο κραυγαλέα από μόνη της – όλοι έχουμε δικαίωμα να έχουμε κομματική συνείδηση. Όταν όμως κανείς παραδέχεται ότι πήγε στο κόμμα να του λύσει τα προβλήματα που είχε με κάποιον διεφθαρμένο, εμμέσως παραδέχεται ότι έχει συναλλαγές με το κόμμα, όπως επίσης και ότι αυτές οι συναλλαγές είναι παράνομες.  Κάτι για το οποίο αν είχαμε κάποιες αμφιβολίες, ο κ. Μανούσης αφαίρεσε και την τελευταία. Εμμέσως πλην σαφως  παραδέχτηκε ότι απευθύνθηκε στην ηγεσία του κόμματος για να μην παραπεμφθεί το θέμα στην δικαιοσύνη και δημιουργηθεί πρόβλημα στην Ν.Δ., αλλά και στον ίδιο, αφού η δωροδοκία είναι παράνομη. Η κομματική συνείδηση είναι απλώς μία (βολική) γαρνιτούρα. Εμείς πιστεύουμε, αντίθετα με τον κ. Μανούση, ότι κανείς δεν είναι πάνω από την δικαιοσύνη, και σίγουρα όχι τα κόμματα. Γιατί τα κόμματα εκπροσωπούν τον πολίτη, και για να το κάνουν συγκεντρώνουν εξουσία. Η εξουσία είναι απαραίτητο συστατικό της διακυβέρνησης, όμως πρέπει να ελέγχεται αποτελεσματικά, ακριβώς γιατί η συγκέντρωση δύναμης φέρνει διαφθορά. Και ο έλεγχος δεν μπορεί σίγουρα να γίνεται από το κόμμα το ίδιο (κανείς δεν αυτο-ασυνομεύεται). Γίνεται από την δικαιοσύνη. Συνεπώς, η σήψη αντιμετωπίζεται από τους εισαγγελείς, και όχι από τους κομματάρχες. Ο κ. Μανούσης, ίσως αθέλητα, περιέγραψε σαφέστατα και με αφοπλιστική ειλικρίνια την κομματική πραγματικότητα.

Στο ίδιο δελτίο ειδήσεων, βουλευτής της Ν.Δ. δήλωσε ότι “ελπίζουμε ότι ο κ Παυλίδης θα θυμηθεί το χρέος του στο κόμμα”. Κοινώς, τώρα που σώθηκες με τις πλάτες του κόμματος (το οποίο κατά τα άλλα ψήφισε κατά συνείδηση), το οποίο το ίδιο παραπαίει, παραιτήσου.  Δεν ξέρουμε αν ο κ. Παυλίδης σκοπεύει να παραιτηθεί ή όχι. Αυτό που είναι ξεκάθαρο είναι ότι  έκανε τον πολιτικό υπολογισμό του: το κόμμα του θα χάσει στον επόμενο εκλογικό κύκλο, και το ξέρει. Έσωσε τον εαυτό του, γιατί σίγουρα πιστεύει ο ίδιος θα επανεκλεγεί.  Αν πίστευε ότι δεν θα ξαναεκλεγεί θα παραιτούνταν αμέσως και θα ξανάβαζε υποψηφιότητα, για να πείσει για την ευσυνειδησία του.

Από τα παραπάνω προκύπτουν δύο θέματα. Το πρώτο είναι ότι, τελικά, ο κόσμος πληρώνει το κόστος των ιδιωτικών συναλλαγών διεφθαρμένων βουλευτών, οι οποίοι καταλαμβάνουν δημόσιες θέσεις προς ίδιον όφελος , και όχι για να υπηρετήσουν το κοινό καλό. Στην προκείμενη, λόγω των συναλλαγών εφοπλιστών-Παυλίδη πολλά νησιά έχουν μείνει χωρίς αξιοπρεπή εξυπηρέτηση. Το δεύτερο θέμα είναι το κριτήριο με το οποίο ψηφίζει μία μεγάλη μερίδα Ελλήνων: την παροχή-ρουσφέτι και όχι το πρόγραμμα του κάθε υποψηφίου. Κάθε υποψήφιος δύναται να φτιάξει τον “κομματικό στρατό” του, ο οποίος εξαγοράζεται με αντάλλαγμα δημόσιες θέσεις και μαύρο χρήμα. Γι αυτό και ο κ. Παυλίδης θα ποντάρει στην επανεκλογή του και παραμένει. Έχει φτιαξει τον στρατό του.

Εμείς, έχουμε υποστηρίξει και αλλού, πιστεύουμε ότι αυτό είναι μαφιόζικο πρότυπο λειτουργίας. Ποιά είναι η εναλλάκτική; Πιστεύουμε ότι για κάθε βολεμένο που εξυπηρετεί κάποιον βουλευτή-προστάτη, υπάρχει κάποιος που ενδιαφέρεται για την πρόοδο της χώρας του, και συνεπώς ψηφίζει πολιτικές προτάσεις και όχι πρόσωπα. Αρκεί αυτοί να οργανωθούν και να αποκτήσουν φωνή. Γιατί τελικά στην χώρα μας, πολλοί πιστεύουμε ότι μπορούμε κάτι καλύτερο, αλλά λίγοι το εκφράζουμε. Γιατί;

Περί της μυστικής ψηφοφορίας

Θα ασχοληθούμε και άλλο με την υπόθεση Παυλίδη, γιατί θεωρούμε ότι αγγίζει πολλές προβληματικές πτυχές της του ελληνικού πολιτικού συστήματος. Μία προβληματική πρακτική που αναδείχτηκε από την υπόθεση, είναι αυτή της μυστικής ψηφοφορίας, της οποίας τον λόγο ύπαρξης στην ελληνική βουλή δεν μπορούμε να κατανοήσουμε. Η δημοκρατία απαιτεί λογοδοσία των εκλεγμένων αντιπροσώπων στους πολίτες, και διαφάνεια σε όλα τα επίπεδα.

Εγώ ως Έλληνας πολίτης, θέλω να γνωρίζω τι ψήφισε ο βουλευτής τον οποίο εξέλεξα για να με εκπροσωπήσει, ώστε να τον τιμώρησω η να τον ανταμείψω με την ψήφο μου στις επόμενες εκλογές. Γιατί να μην γνωρίζω; Ο κ. Αντώναρος δήλωσε χθες ότι οι βουλευτές ψήφισαν κατά συνείδηση. Έστω. Εγώ ως Έλληνας πολίτης, γιατί να  μην ξέρω τι υπαγορεύει η συνείδηση του εκλεγμένου μου εκπροσώπου; Γιατί να μην μπορώ να αξιολογήσω αν η συνείδηση τού του υπαγορεύει επιλογές που συμπίπτουν με τις αξίες και αντιλήψεις μου;

Ο σοφός λαός λέει ότι “ο φόβος φυλάει τα έρμα”. Κανένα σώμα, πολιτικό ή άλλο, δεν είναι σώμα αγίων. Αν κάποια μέλη του είναι ευσυνείδητα καλώς. Για τους υπόλοιπους η καλή συνείδηση διαμορφώνεται από τους σωστούς κανόνες. Η αρχή της διαφάνειας εφαρμοσμένη σημαίνει ανοιχτή ψηφοφορία. Και η ανοιχτή ψηφοφορία είμαστε σίγουροι ότι θα άλλαζε τις συνειδήσεις πολλών στο συγκεκριμένο θέμα, ιδιαίτερα όταν αυτές βαραίνουν υπό την προοπτική των επόμενων εκλογών.

Ο Παυλίδης και η κομματική ομερτά

Όταν γράψαμε για το σκάνδαλο του Βατοπεδίου, αναφερθήκαμε στην ομερτά των βουλευτών με την κάλυψη της κυβέρνησης. Το θέμα ξαναγίνεται επίκαιρο σήμερα με την ψηφοφορία για την παραπομπή Παυλίδη. Δεν πιστεύουμε ότι υπάρχει λόγος να μπούμε στην διαδικασία να σχολιάσουμε τα τεκταινόμενα στην βουλή, καθώς οι τακτικισμοί με χρήση τον κανονισμών του σώματος γίνονται ακριβώς για να μην φτάσουμε στην ουσία του θέματος.

Η ουσία του θέματος είναι η εξής: Ακόμα και αν ο κ. Παυλίδης δεν έχει παρανομήσει – άλλωστε ισχύει το τεκμήριο της αθωότητας – έχουν προκύψει αρκετά επιβαρυντικά στοιχεία ώστε να παραπεμφθεί στην δικαιοσύνη. Στοιχεία τα οποία, υπό κανονικές συνθήκες, θα είχαν οδηγήσει οποιονδήποτε δημόσιο λειτουργό που σέβεται το όνομα του σε παραίτηση. Είναι απορίας άξιον λοιπόν, πως είναι δυνατόν ένα δημόσιο πρόσωπο να πιστεύει ότι δύναται να συνεχίσει το έργο του όταν έχει δημιουργηθεί τέτοια ατμόσφαιρα γύρω από το όνομα του. Το γεγονός ότι ο εν λόγω βουλευτής παραμένει είναι ενδεικτικό των όρων λειτουργίας του πολιτικού συστήματος.  Το δια ταύτα είναι ότι ο κ. Παυλίδης παραμένει έχοντας εκβιάσει την κυβέρνηση και αψηφώντας την κοινή γνώμη – την οποία και προσέβαλε δηλώνοντας με θράσος “δεν παραιτούμαι” στην βουλή. Εμείς πιστεύουμε, όμως, ότι ο κ. Παυλίδης όχι μόνο πρέπει να παραιτηθεί, αλλά και να παραπεμφθει.

Το ότι ο κ. Παυλίδης δεν παραιτήθηκε παρά τα στοιχεία που προέκυψαν εναντίον του, αποτελεί την ηθική διάσταση του ζητήματος. Η υπόθεση, όμως, έχει νομικές και πολιτικές διαστάσεις. Yπάρχουν κατηγορίες ότι η η δικαιοσύνη χειραγωγήθηκε απο το εκτελεστικό. Αυτό δεν εκπλήσει κάνεναν. Η ηγεσία του δικαστικού διορίζεται από ο υπουργικό συμβούλιο και όχι με πλειοψηφία 2/3 της βουλής, το οποίο θα εξασφάλιζε την ανεξαρτησία της. O διορισμός της ηγεσίας της δικαιοσύνης από την βουλή είναι πραγματικά αξιοσημείωτος: ο διαχωρισμός των εξουσιών επινοήθηκε έτσι ώστε ο κυβερνήτης σου να μην είναι και δικαστής σου, όπως επίσης και να καθίσταται δυνατός ο έλεγχος του εκτελεστικού και νομοθετικού από το δικαστικό. Με το παρόν σύστημα προκύπτει το παράδοξο, ότι η εκάστοτε κυβέρνηση αστυνομεύει τον εαυτό της. Το πόρισμα Σανιδά, έγινε αντικείμενο κριτικής γιατί θεωρήθηκε ότι συντάχθηκε με κυβερνητική πίεση. Ενδεχομένως. Ακόμα και να μην είναι έτσι, πως μπορεί μια δικαιοσύνη που είναι διορισμένη από την κυβέρνηση να διατηρήσει την αξιοπιστία της; Θα είναι πάντα ανοιχτή σε επιθέσεις λόγω αυτού, ανεξαρτήτως του αν οι αποφάσεις της είναι ακέραιες η όχι.

Η πολιτική διάσταση είναι επίσης σημαντική. Ανεξαρτήτως των επιμέρους λεπτομερειών του ζητήματος, έχουμε ένα σύστημα το οποίο, τελικά, αποτυγχάνει να παραπέμψει στην δικαιοσύνη δημόσια πρόσωπα για τα οποία προκύπτουν σοβαρές ενδείξεις ότι παρανόμησαν. Δεν λέμε ότι ο κύριος Παυλίδης είναι απαραίτητα ένοχος. Λέμε ότι αυτό είναι κάτι για το οποίο έπρεπε να έχει αποφανθεί η δικαιοσύνη, κάτι το οποίο επιθυμούσε η πλειοψηφία του κόσμου, και το οποίο οι εκλεγμένοι εκπρόσωποι τού απέτυχαν να κάνουν παρότι προέκυψαν σοβαρότατα στοιχεία εναντίον του. Για αυτό και οι τακτικισμοί στην βουλή δεν πείθουν – γιατί τελικά, όλοι ξέρουμε τι γίνεται, αλλά κάποιοι κρύβονται πίσω από το δάχτυλο τους. Έτσι, σήμερα το πρωί, ο κ. Τζαβάρας, βουλευτής της Ν.Δ. και μέλος της εξεταστικής επιτροπής για την υπόθεση Παυλίδη, δήλωνε στο MEGA ότι “υπήρχε όντως ροή χρημάτων, η οποία όμως δεν συνδέεται με το αδίκημα με το οποίο είχαμε εντολή να ερευνήσουμε”. Πέραν του ότι αυτό συνιστά παραδοχή ύπαρξης στοιχείων κατά του κ. Παυλίδη, το επιχείρημα του κ. Τζαβάρα μας οδηγεί να συμπεράνουμε ότι αν καλέσουμε την αστυνομία για ληστεία αλλά προκύψει φόνος, αυτοί που ερευνούν το έγκλημα θα πρέπει να σταματήσουν την έρευνα τους, αφού κλήθηκαν για ληστεία και όχι για φόνο. Το πιο πιθανό βέβαια, είναι ο κ. Τζαβάρας να μην πιστεύει ο ίδιος στο λεγόμενά του. Η δικαιοσύνη δεν απονέμεται με δημοσιο-υπαλληλικά κριτήρια.

Ίσως να μην πρέπει να μας εκπλήσσει που δεν παραιτήθηκε ή παραπέμφθηκε ο εν λόγω βουλευτής. Στην ελληνική πολιτική υπάρχουν πολλοί θρασείς, και οι θρασείς δεν φημίζονται για την ευθιξία τους. Στον κ. Παυλίδη άλλωστε την σιωπηρή άδεια έδωσε ο κύριος Καραμανλής, με την ατιμωρησία που χαρακτήριζει την διακυβέρνηση του. Έτσι, τώρα, που η κυβερνητική πλειοψηφία είναι αδύναμη αλλά και η δυσαρέσκεια του κόσμου κορυφώνεται, ο θρασύς κύριος Παυλίδης εκβίασε τον πρωθυπουργό του. Και αυτός πληρώνοντας παλιότερες αμαρτίες, τον κάλυψε. Εμείς όμως, δεν θα έπρεπε να μπορούμε να “ποντάρουμε” στην δικαιοσύνη, ανεξαρτήτως των πολιτικών συναλλαγών του κάθε κ. Παυλίδη και Καραμανλή;

“The Economist” on Cyprus

An article on Cyprus appeared on the Economist, on 23/04/09. The article can be found following this link, and it is worth a read.

We enjoy the Economist. It is a generally balanced publication, and its reporting most of the time is accurate. But articles like this disappoint for their blunt, and shameless, one might add, one-sidedness. Conspicuous in this article is the absence of even a minimal exposition of the Greek-Cypriot side – which, after all, represents the vast majority on the island.

Reading the piece, one immediately recognizes that its underlying assumption is that Cyprus is keeping Turkey from joining the EU, by sabotaging accession talks. To begin with, we do not see why Cyprus, 36% of whose territory is occupied by a foreign power, Turkey, should let that power join a community of nations to which it belongs without setting the most strict preconditions. Bear in mind that the Turkish invasion and occupation is illegal by international law, and international courts have ruled in favor of Cyprus. Another, minimum precondition would be Cyprus’ own recognition. Yes, Turkey has not recognized the Cypriot Republic, an EU member. This has a host of anomalous implications, contrary to the very spirit of political and economic cooperation that lies at the foundations of the EU: for example, Cypriot ships are not allowed to sail to Turkey, free movement of persons and goods is hindered, trade relations are not developed etc. Turkey must fulfill its full obligations to all members of the EU. Cyprus already does.

Second, Turkey has a lot of serious and exigent problems in a number of sectors, other than its relations with Cyprus, that keep it from joining: its human rights record, social and economic development, military domination of civilian affairs, the treatment of Kurds are some among many.

Third, the article paints the Cypriots in a very bleak image because they rejected the Anan reunification plan. The Anan plan was rejected because it did not allow Cypriot citizens to return to their hometowns and get their properties back. Hometowns from which they were expelled, and properties from which they had been forcefully removed. Worse, Turkish-Cypriots are now illegally selling these properties to foreigners – an illegal activity, ruled a top EU court. The plan also allowed Turkish bases to remain on the island. It made no mention of the Turkish emigrants, which Turkey has been illegally shipping to the island in the hundreds of thousands (they are currently estimated to be between 150.000 and 160.000) to alter the demographic balance and present a fait accompli in negotiations for reunification. And it also divided power equally between the two communities, when Greek-Cypriots are the overwhelming majority, 90%, on the island. This very notion, we think, is contrary to any notion of proportionally representative government. Under these circumstances, rejection was forthcoming, and welcome, we may add.

Lastly, we don’t see why Turkey should be let into the EU without stringent rules before joining. The European Union is already fatigued from enlargement, and concerned as we are for its preservation, we don’t want to see it taking rash steps. For this, Cyprus is not to blame. Having said that, it is very clear that the British government does not wish to see a closer and more perfect union in Europe. It is thus, willing to admit Turkey into the club, precisely because it will weaken Europe politically and only expand the common European market. The fact that Cyprus has traditionally been a nice place for British military bases, which the Turkish-Cypriot side is most eager to provide, only makes Cyprus fit into this grand scheme more neatly.

We respect the Turkish and British pursuit of national interest. That is, after all, every state’s raison d’etre: the right and duty to pursue its national interest in the international arena. What we did expect is that the Economist would do its own research before expounding something that sounds like standard British government policy. And until a truly balanced compromise is reached, that will address the concerns of both sides in equal measure, the Greek-Cypriots have a right to reject any solution prejudicial to their interests.