Αξίζει να αναρωτηθεί κάνεις για την ποιότητα του λόγου που εκφέρουν οι Έλληνες πολιτικοί.
Υπό ιδανικές συνθήκες, ο πολιτικός προσπαθεί να πείσει τον κόσμο τόσο για την ορθότητα των προτάσεων του, όσο και για τους λόγους για τους οποίους οι εναλλακτικές που πρεσβεύουν οι αντίπαλοι του δεν είναι επαρκείς. Το ίδιο ισχύει και σε κομματικό επίπεδο. Οι κυβερνήσεις προσπαθούν να πείσουν τους πολίτες ότι οι πολιτικές τους είναι χρηστές, ενώ η εκάστοτε αντιπολίτευση ελέγχει την κυβέρνηση για το ορθό των δράσεων της. Συνεπώς, θα μπορούσε κανείς να πει ότι ο πολιτικός λόγος έχει επιμορφωτικό χαρακτήρα, καθώς ο ομιλητής προσπαθεί να εξηγήσει στον κόσμο γιατί μία συγκεκριμένη πολιτική είναι απαραίτητη και σε τι αποσκοπεί, ή το αντίθετο.
Εκεί υπεισέρχεται η επικοινωνιακή πολιτική. Επειδή οι κυβερνήσεις δέχονται πιέσεις από πάρα πολλές πηγές (ομάδες πίεσης, αντίπαλα κόμματα, αντιπολίτευση, ΜΜΕ) η επικοινωνία του μηνύματος στον κόσμο έχει γίνει επιστήμη: πως μπορεί καλύτερα κανείς να δώσει στον κόσμο να καταλάβει το περιεχόμενο μιας πολιτικής πρότασης.
Η επικοινωνιακή στρατηγική, λοιπόν, προϋποθέτει ότι υπάρχει μία πολιτική που θέλει κανείς να προωθήσει. Το πρόβλημα στην Ελλάδα είναι ότι η πλειοψηφία των πολιτικών, στην πραγματικότητα, δεν έχουν κάποια συγκεκριμένη δημόσια πολιτική να προωθήσουν. Παρακολουθώντας κανείς τα βραδινά δελτία έχει την εντύπωση ότι οι ομιλούσες κεφαλές αερολογούν, επιδιδόμενες σε μια ιδιόμορφη παρτίδα τηλεοπτικού πόκερ κατά την οποία προσπαθούν να βγάλουν το μάτι του πολιτικού τους αντιπάλου καταλήγοντας απλώς να ακούγονται ως εξυπνάκηδες. Η πολιτική έχει αρκετό πόκερ, όταν όμως πίσω από το debate δεν υπάρχουν ουσιαστικές προτάσεις (και πολλές φορές οι πολιτικοί είναι ανενημέρωτοι σχετικά με δημόσια θέματα), τότε το θέαμα είναι κωμικό και τραγικό μαζί. Η συζήτηση γίνεται ολοένα και πιο αφηρημένη και θυμίζει καφενείο, και οι πολιτικοί μοιάζουν με αυτούς που με “τα λόγια χτίζουν ανώγια και κατώγια”.
Το πρόβλημα είναι ότι η επικοινωνιακή πολιτική που δεν έχει περιεχόμενο απλώς κάνει τους πολιτικούς να φαίνονται θρασείς, καθώς πιστεύουν ότι αν “τα πουν” σωστά, θα καταφέρουν να βγάλουν το μαύρο άσπρο χωρίς πολιτικό κόστος. Ο κ. Καραμανλής, π.χ., στην συνέντευξη του στον Γ. Πρετεντέρη, μας είπε ότι για κανένα από τα σκάνδαλα δεν έχουν ευθύνη πολιτικά πρόσωπα, υπαινισσόμενος έτσι ότι αυτά διαπράχθηκαν από τους διοικητικούς των Υπουργείων. Μας είπε επίσης ότι όλες οι υποθέσεις διερευνήθηκαν πλήρως και ότι η βουλή ορθώς έκλεισε για να μην εισπράξει φθορά το κόμμα. Ο κ. Καραμανλής λοιπόν, μας είπε ευθέως ότι τα σκάνδαλα ήταν αυτοφυή, και ότι η Βουλή έπρεπε να κλείσει για να μην εισπράξει η κυβέρνηση πολιτική φθορά. Δηλαδή μας είπε ότι στην Βουλή δεν κουβεντιάζουμε για τα προβλήματα του τόπου και ότι στην Βουλή δεν νοείται το κυβερνών κόμμα να βρίσκεται προ των ευθυνών του, βάσει της αρχής του δημοκρατικού ελέγχου. Όλα αυτά μας τα είπε με αβρότητα, και (επίπλαστη) ταπεινότητα.
Είμαστε σίγουροι ότι ο κ. Καραμανλής ακολούθησε της συμβουλές των επικοινωνιολόγων του, οι οποίοι του είπαν ότι προηγείται στις δημοσκοπήσεις ως καταλληλότερος για πρωθυπουργός, και συνεπώς πρέπει να παίξει το χαρτί της προσωπικής του γοητείας για να δικαιολογήσει τα αδικαιολόγητα. Το αποτέλεσμα, κατά την άποψη μας ήταν τραγικό.
Follow us on: