Η λέξη «Chutzpah» προέρχεται απο τα «Yiddish», την διάλεκτο που μιλάνε οι Εβραίοι της κεντρικής και ανατολικής Ευρώπης. Συχνά χρησιμοποιείται η ακόλουθη ιστορία για να εξηγηθεί το νόημα της λέξης: Ένα παιδί σκοτώνει τους γονείς του. Συλλαμβάνεται, και στην δίκη του ζητάει επιείκειά από τον δικαστή γιατί είναι ορφανό. Chutzpah, λοιπόν, σημαίνει πράξη ή στάση που χαρακτηρίζεται από αναίσχυντο θράσος.
Τέτοια χροιά έχει η στάση πολλών αριστερών ιδεολόγων, από τους οποίους ακούμε ότι η μεγαλύτερη «χάρη» που έκανε ο «Επαναστατικός Αγώνας» και η «Σέχτα Επαναστατών» στο «κατεστημένο» ήταν να του δώσει αφορμή για καταστολή και καταπίεση του κοινωνικού συνόλου. Η βία, μάλιστα, του κράτους είναι χειρότερη από αυτή των τρομοκρατών, μάς λένε οι ιδεολόγοι αυτοί, γιατί οδηγεί στην καταπίεση του ατόμου και των προσωπικών του ελευθεριών, πράγμα που αποτελεί και τον πραγματικό και διαχρονικό στόχο της «εξουσίας». Είναι αλήθεια ότι η τρομοκρατία οξύνει τα συντηρητικά αντανακλαστικά της κοινωνίας. Μέτρα ασφαλείας, τα οποία σε περιόδους γενικής ηρεμίας θα θεωρείτο ότι αντιβαίνουν στις βασικές αρχές προσωπικής ελευθερίας, γίνονται αποδεκτά από το κοινωνικό σύνολο. Θεωρούμε όμως ότι η αριστερά γενικότερα, και η ριζοσπαστική αριστερά ειδικότερα, πρέπει να κοιτάξει λίγο περισσότερο τα του οίκου της, πριν εκφράσει τέτοιες απόψεις, για τρεις, κυρίως, λόγους.
Πρώτον, γιατί οι ιδεολογικοί κύκλοι της αριστεράς δεν έχουν ξεκαθαρίσει, και δεν έχουν δείξει εμπράκτως, ποια είναι η θέση της βίας στην ιδεολογία τους. Ποιά είναι τα μέσα που θα φέρουν την «επανάσταση» και την «αλλαγή»; Είναι η «επανάσταση» η ίδια ο στόχος; Η χρήση βίας για την ανατροπή του καθεστώτος είναι αποδεκτή; Και αν ναι, μέχρι ποιού σημείου; Κανένα από τα κόμματα που εκπροσωπούν τους χώρους της αριστεράς δεν διακηρύσσει ανοιχτά την βία. Αυτό όμως δεν ισοδυναμεί με αποσαφήνιση της θέσης βίας στο πρόγραμμα της αριστεράς. Και η αποτυχία των κομμάτων του χώρου να την καταδικάσουν απερίφραστα καθιστά αυτή την κατάσταση εξαιρετικά προβληματική. Κατά την διάρκεια των επεισοδίων του Δεκεμβρίου, π.χ. το Κ.Κ.Ε. αφενός καταδίκασε, αφετέρου περιφρούρησε τις πορείες του. Ο ΣΥ.ΡΙΖ.Α δεν έπραξε το ίδιο. Όταν, ύστερα από πολλές πιέσεις και αφού η εικόνα του κόμματος κατακρημνίσθηκε, ο κ. Τσίπρας δήλωσε ότι ο ΣΥ.ΡΙΖ.Α δεν πρέπει να ταυτίζεται με αυτούς που διαπράττουν επεισόδιά. Εμείς θα θέλαμε να υπενθυμίσουμε στον κ. Τσίπρα ότι αυτό δεν είναι καταδίκη , αλλά υπεκφυγή, καθώς δεν αντιμετωπίζει ουσιαστικά το θέμα της βίας. Τέτοια γλώσσα, όμως, στην πολιτική δεν είναι τυχαία, μα υπολογισμένη να διαβεβαιώσει το κοινωνικό σύνολο, αλλά και να μη δυσαρεστήσει τη ριζοσπαστική πτέρυγα των υποστηρικτών του κόμματος, από την οποία αλιεύει ψήφους. Τέλος, ανεξαρτήτως της πολιτικής βούλησης των κομμάτων της αριστεράς, όλες οι ακραίες οργανώσεις της χώρας που δηλώνουν πολιτικοποιημένες, δηλώνουν ανεξαρτήτως αριστερές. Αυτό φυσικά είναι πέρα από τον έλεγχο των κομμάτων. Αυτό όμως που υπόκειται στον έλεγχο των κομμάτων είναι η περιφρούρηση της αριστερής ιδεολογίας, ώστε αυτή να μην αμαυρώνεται και να μπορεί να συνεισφέρει αποτελεσματικά στην πολιτική διαδικασία της χώρας.
Δεν καταδικάζουμε την δυσσαρέσκεια: τα προβλήματα στην Ελλάδα είναι υπαρκτά και σοβαρά. Καταδικάζουμε την νοοτροπία του «τα σπάμε όλα». Ο Edmund Burke είχε γράψει ότι όταν ο λαός εξεγείρεται, αυτό είναι λάθος του, αλλά όχι έγκλημα του. Είναι λάθος του γιατί οι επαναστάσεις πάντα οδηγούν σε οχλοκρατία και ανομία, όπου πολύ σύντομα τα δίκαια αιτήματα χάνονται και η εξέγερση εκφυλίζεται σε πλιάτσικο και ωμή βία. Ακολουθεί ακραιά πόλωση και χαλάρωση (και όχι προς το καλύτερο αλλαγή) του κοινωνικού ιστοού. Έτσι, παραδόξως, ο λαός δρα κατά του βασικού συμφέροντος του, που είναι μια δίκαιη, ευνομούμενη κοινωνία. Δεν είναι όμως έγκλημά του, γιατί ο λαός εξεγείρεται πάντα για δίκαιο λόγο – οι μαζικές εξεγέρσεις είναι αποτέλεσμα συσσωρευμένων αδικιών και πολλαπλών αδιεξόδων. Είναι λοιπόν καθήκον των κομμάτων να επεξεργαστούν αυτή την δυσαρέσκεια και τους λόγους που μπορούν να οδηγήσουν σε βίαιες συμπεριφορές και να την εκφράσουν προγραμματικά, ώστε να εκτονωθεί η κατάσταση και να προοδεύσει η πολιτεία θεσμικά – δηλάδή με θεσμούς που θα συμπεριλαμβάνουν στην πολιτική διαδικασία αιτήματα που παλιότερα δεν ακούγονταν.
Στην Ελλάδα αυτό δεν γίνεται. Η δυσαρέσκεια συσσωρεύεται και ο πολιτικός κόσμος αδυνατεί να υιοθετήσει πολιτικές ώστε να αντιμετωπιστούν τα προβλήματα που τελικά οδηγούν σε ακρότητες. Κατά τις ταραχές του Δεκεμβρίου, η κυβέρνηση απέτυχε να επιβάλει την τάξη όταν η κατάσταση ξέφυγε από τον έλεγχο, αφού είχε πρώτα αφοπλίσει ευατόν ηθικά με την διάλυση της αστυνομίας. Και η κυβέρνηση, και τα αντιπολιτευόμενα κόμματα αποδείχτηκαν ανίκανα να εκφράσουν λόγο που να έχει απήχηση στον κόσμο.
Η αποτυχία αυτή είναι πολύ σοβαρή, γιατί έτσι η ριζοσπαστικοποίηση παγιώνεται. Έτσι, μιά ολόκληρη γενιά που διαπαιδαγωγείται τώρα πολιτικά, πιστεύει ότι η πολιτική αλλαγή επιτυγχάνεται μόνο μέσω της βίας, η οποία συνοδεύεται και από ατιμωρισία, την οποία συνεπαγεται η διάλυση του κράτους. Δεν χρειάζονται πολλοί να πιστεύουν σε ακραίες ιδεολογίες για να τις κάνουν πράξη. Λίγοι αρκούν. Έτσι τώρα, βιώνουμε μέρες «επανάστασης» και «κοινωνικής ανανέωσης» με τρένα να καίγονται, εκρηκτικά σε τράπεζες, επιθέσεις κατά αστυνομικών, αλλά και κατά αυτών που εκφράζουν λόγο με τον οποίο οι ακραίοι δεν συμφωνούν (αναφερόμαστε στην επίθεση κατά του καθηγητή Πανούση). Πολλοί «ιδεολόγοι» θα πούνε ότι η επανάσταση θέλει θυσίες. Στην Ελλάδα όμως το χάος είναι καθεστώς. Συνεπώς, οι «επαναστάτες» είναι στην πραγματικότητα επαναστάτες στην υπηρεσία της συντήρησης, της διατήρησης δηλαδή αυτής της χαώδους κατάστασης. Και η απροθυμία καταδικής, σαφούς και απερίφραστης, των ακραίων φαινομένων, είναι εξίσου εξόφθαλμη με την ανικανότητα της κυβέρνησης να…κυβερνήσει.
Follow us on: