Κατά την περίοδο των εορτών, οι αγρότες κινητοποιήθηκαν κλείνοντας κομβικά σημεία του δικτύου εθνικών οδών. Οι κινητοποιήσεις έγιναν αντικείμενο κομματικής αντιπαράθεσης, και καλύφθηκαν από τα ΜΜΕ ως αποκλειστικά πολιτικό θέμα. Η πιο σημαντική διάσταση του θέματος, που είναι οικονομική, και έχει να κάνει με την διεθνή οικονομική συγκυρία και τις ελληνικές πρακτικές στην γεωργία, παραβλέφθηκε εντελώς.
Την προηγούμενη χρονιά διάφοροι παράγοντες της διεθνούς οικονομικής σκηνής είχαν συντελέσει στην άνοδο των τιμών των γεωργικών προϊόντων. Οι αγρότες υπολόγισαν ότι η ανοδική πορεία των τιμών θα συνεχιστεί και φέτος και έτσι πολλαπλασίασαν την παραγωγή τους προσβλέποντας σε συνδιασμό επιχορηγήσεων και αυξημένων τιμών. Φέτος όμως, η διεθνής συγκυρία ήταν διαφορετική. Η οικονομική κρίση έφερε μειωμένη κατανάλωση και γενική πτώση των τιμών. Αυτό σε συνδυασμό με την υπερπαραγωγή οδήγησε στην δραματική μείωση των τιμών των προϊόντων. Οι αγρότες ζήτησαν από το κράτος «να κάνει κάτι» και έκλεισαν τους δρόμους, προκαλώντας σημαντικές ζημιές σε επιχειρήσεις της βόρειας Ελλάδας.
Είναι αλήθεια πως οι αγρότες είναι ευπαθής ομάδα, καθώς η ετήσια παραγωγή μπορεί να καταστραφεί από απρόβλεπτους παράγοντες. Μπορεί επίσης τα έσοδα τους να μειωθούν δραστικά λόγω διαρθρωτικών αλλαγών στον αγροτικό τομέα. Γι αυτούς τους λόγους, η Ευρωπαϊκή αγροτική πολιτική προβλέπει ένα βαθμό κρατικής στήριξης, με αυστηρές όμως προϋποθέσεις, και με πρόγραμμα σε βάθος χρόνου ώστε να είναι ξεκάθαρο πότε δικαιολογείται κρατική βοήθεια. Συχνά λοιπόν, οι αξιώσεις για δημόσιες δαπάνες και επιχορηγήσεις είναι δικαιολογημένες. Στην Ελλάδα είναι συνήθως καταχρηστικές. Οι Έλληνες αγρότες δεν εκσυγχρονίζουν τις παραγωγές τους ώστε να ανταγωνιστούν με βάση την τιμή, και προτιμούν «εύκολες» παραγωγές που δεν θέλουν πολύ φροντίδα, οι οποίες όμως επιχορηγούνται. Έτσι το κριτήριο της παραγωγής δεν είναι η ζήτηση, αλλά η επιχορήγηση. Όταν τα κέρδη δεν φτάνουν τα επιθυμητά επίπεδα, λόγω υπερπαραγωγής αγροτικών προϊόντων που έχουν έτσι και αλλιώς χαμηλές τιμές, τότε οι αγρότες απαιτούν επιχορηγήση «όλων των κιλών», ακόμα και αυτά που είναι πάνω από την μέγιστη επιτρεπόμενη παραγωγή. Από την πλευρά τους οι κυβερνήσεις, χρόνια τώρα, γίνονται συνένοχες ικανοποιόντας τέτοιες αξιώσεις για κρατική προστασία. Παρόλο που αυτές οι αξιώσεις δεν θα έπρεπε να ικανοποιηθούν, οι κυβερνήσεις υποκύπτουν καθώς προσβλέπουν στην ψήφο των αγροτών, και φοβούμενες ότι αν δεν ικανοποιήσουν τα αιτήματά αυτά, θα βγουν κερδισμένα τα αντιπολιτευόμενα κόμματα. Και έτσι βλέπουμε τις κυβερνήσεις να επιχορηγούν «κιλά» που δεν έπρεπε να έχουν παραχθεί εξαρχής.
Η φετινή χρόνια δεν αποτελεί εξαίρεση σε αυτή την παράδοση. Οι αγρότες δεν αντιμετώπισαν κάποια φυσική καταστροφή που οδήγησε σε κακή σοδειά. Έκαναν μία καθαρά επιχειρηματική επιλογή η οποία εμπεριείχε εγγενές ρίσκο: να πολλαπλασιάσουν την παραγωγή τους πιστεύοντας ότι αυτό θα αυξήσει τα κέρδη τους με βάση τις περσινές τιμές. Αν η επιλογή αυτή ήταν σωστή, θα έπρεπε να ανταμειφθούν, αν όχι να υποστούν τις συνέπειες, όπως κάθε Έλληνας ιδιώτης. Οι αγρότες, όμως, κατά τα φαινόμενα, πιστεύουν ότι ανήκουν σε μία ξεχωριστή κατηγορία πολιτών, και έτσι απαίτησαν από την κυβέρνηση να τους «ξελασπώσει» για την επιλογή τους με δημόσιο, δηλαδή δικό μας, χρήμα, παρουσιάζοντας μάλιστα εαυτούς ως θύματα των «μεσαζόντων». Τα κόμματα μη θέλοντας να δυσαρεστήσουν αυτή την πολιτικά σημαντική ομάδα, επιδόθηκαν σε έναν αγώνα προς τα κάτω, συναγωνιζόμενα ποίο θα φανεί πιο «κοντά» στους αγρότες. Η ενημέρωση του κόσμου ήταν ελλειπής, καθώς τα ΜΜΕ περιορίστηκαν στην παρουσίαση του θέματος σε όρους μικροπολιτικής. Έτσι ακούσαμε σχολιασμούς ως προς το αν ο κύριος Χατζηγάκης έπρεπε ή όχι να ανέβει στα τρακτέρ, αν σπάνε η όχι τα μπλόκα λόγω συνδικαλιστικών αντιπαραθέσεων κ.ο.κ. Το έργο της διαδικασίας του δημοκρατικού ελέγχου, μέρος του οποίου κανονικά επιτελούν τα ΜΜΕ, δεν επιτελέστηκε.
Το έργο αυτό όμως είναι απαραίτητο. Είναι απαραίτητο, γιατί ο συνδιασμός της ευπάθειας, που δικαιολογεί κρατικές δαπάνες για στήριξη, και της πολιτικής ισχύος των αγροτών, που τους επιτρέπει να πιέζουν την κυβέρνηση είναι δυνάμει επιζήμιος για το κοινωνικό σύνολο. Η αγροτική πολιτική χρειάζεται ισχυρό δημοκρατικό έλεγχο, ώστε να αξιολογούνται από το κοινό τόσο οι αιτιάσεις των αγροτών όσο και η αγροτική πολιτική της εκάστοτε κυβέρνησης, και να ελαχιστοποιείται η πιθανότητα σπαταλήσης δημοσίου χρήματος μέσω μη αναγκαίων δαπανών. Η κατασπατάληση όμως δεν αποφεύχθηκε. Η πίεση των αγροτών και η ελαστικότητα της κυβέρνησης χρέωσαν όλους εμάς, και τις επόμενες γενιές, με 500 εκατ. ευρώ που δεν μας περισσεύουν. Επιπλέον μείωσαν ακόμα περισσότερο την αξιοπιστία της κυβέρνησης, η οποία υποχωρώντας έδειξε ότι αν μια ομάδα δείξει «τσαμπουκά», το αίτημα της, όσο ανορθολογικό ή ζημιογόνο και αν είναι για το κοινωνικό σύνολο, θα ικανοποιηθεί.
Θεωρούμε ότι θα ήταν μη ρεαλιστικό να περιμένει κανείς από τα κόμματα να μην προσπαθήσουν να προσεταιρισθούν τους αγρότες – τουλάχιστον ως ένα βαθμό. Γι αυτό το λόγο πιστεύουμε σε μια θεσμική οργάνωση που δεν ποντάρει στις καλές προθέσεις των πολιτικών (αν αυτές υπάρχουν τόσο το καλύτερο), αλλά οργανώνει το συμφέρον τους ώστε να συμπλέει με αυτό του συνόλου. Σε αυτό το πνεύμα, πιστεύουμε ότι αν τα ΜΜΕ επιτελούσαν σωστά το έργο τους, να ενημερώνουν δηλαδή τους τηλεθεατές με στοιχεία, αντί να συμπολιτεύονται ή να αντιπολιτεύονται (ανάλογα με το μέσο), θα υπήρχε πίεση προς τον πολιτικό κόσμο να μην υποκύψει στα αιτήματα των αγροτών. Και οι βουλευτές που θα έδιναν έκφραση σε αυτή την πίεση απαιτώντας ορθολογικές πολιτικές και διαφάνεια, θα το έπρατταν από πολιτικό συμφέρον, καθώς θα εξέφραζαν τις επιθυμίες σημαντικής μερίδας ενημερωμένων ψηφοφόρων.
Follow us on: