Monthly Archive for February, 2009

Αγροτο-τσαμπουκάς

Κατά την περίοδο των εορτών, οι αγρότες κινητοποιήθηκαν κλείνοντας κομβικά σημεία του δικτύου εθνικών οδών. Οι κινητοποιήσεις έγιναν αντικείμενο κομματικής αντιπαράθεσης, και καλύφθηκαν από τα ΜΜΕ ως αποκλειστικά πολιτικό θέμα. Η πιο σημαντική διάσταση του θέματος, που είναι οικονομική, και έχει να κάνει με την διεθνή οικονομική συγκυρία και τις ελληνικές πρακτικές στην γεωργία, παραβλέφθηκε εντελώς.

Την προηγούμενη χρονιά διάφοροι παράγοντες της διεθνούς οικονομικής σκηνής είχαν συντελέσει στην άνοδο των τιμών των γεωργικών προϊόντων. Οι αγρότες υπολόγισαν ότι η ανοδική πορεία των τιμών θα συνεχιστεί και φέτος και έτσι πολλαπλασίασαν την παραγωγή τους προσβλέποντας σε συνδιασμό επιχορηγήσεων και αυξημένων τιμών. Φέτος όμως, η διεθνής συγκυρία ήταν διαφορετική. Η οικονομική κρίση έφερε μειωμένη κατανάλωση και γενική πτώση των τιμών. Αυτό σε συνδυασμό με την υπερπαραγωγή οδήγησε στην δραματική μείωση των τιμών των προϊόντων. Οι αγρότες ζήτησαν από το κράτος «να κάνει κάτι» και έκλεισαν τους δρόμους, προκαλώντας σημαντικές ζημιές σε επιχειρήσεις της βόρειας Ελλάδας.

Είναι αλήθεια πως οι αγρότες είναι ευπαθής ομάδα, καθώς η ετήσια παραγωγή μπορεί να καταστραφεί από απρόβλεπτους παράγοντες. Μπορεί επίσης τα έσοδα τους να μειωθούν δραστικά λόγω διαρθρωτικών αλλαγών στον αγροτικό τομέα. Γι αυτούς τους λόγους, η Ευρωπαϊκή αγροτική πολιτική προβλέπει  ένα βαθμό κρατικής στήριξης, με αυστηρές όμως προϋποθέσεις, και με πρόγραμμα σε βάθος χρόνου ώστε να είναι ξεκάθαρο πότε δικαιολογείται κρατική βοήθεια. Συχνά λοιπόν, οι αξιώσεις για δημόσιες δαπάνες και επιχορηγήσεις είναι δικαιολογημένες. Στην Ελλάδα είναι συνήθως καταχρηστικές. Οι Έλληνες αγρότες δεν εκσυγχρονίζουν τις παραγωγές τους ώστε να ανταγωνιστούν με βάση την τιμή, και προτιμούν «εύκολες» παραγωγές που δεν θέλουν πολύ φροντίδα, οι οποίες όμως επιχορηγούνται. Έτσι το κριτήριο της παραγωγής δεν είναι η ζήτηση, αλλά η επιχορήγηση.  Όταν τα κέρδη δεν φτάνουν τα επιθυμητά επίπεδα, λόγω υπερπαραγωγής αγροτικών προϊόντων που έχουν έτσι και αλλιώς χαμηλές τιμές, τότε οι αγρότες απαιτούν επιχορηγήση «όλων των κιλών», ακόμα και αυτά που είναι πάνω από την μέγιστη επιτρεπόμενη παραγωγή. Από την πλευρά τους οι κυβερνήσεις, χρόνια τώρα, γίνονται συνένοχες ικανοποιόντας τέτοιες αξιώσεις για κρατική προστασία. Παρόλο που αυτές οι αξιώσεις δεν θα έπρεπε να ικανοποιηθούν, οι κυβερνήσεις υποκύπτουν καθώς προσβλέπουν στην ψήφο των αγροτών, και φοβούμενες ότι αν δεν ικανοποιήσουν τα αιτήματά αυτά, θα βγουν κερδισμένα τα αντιπολιτευόμενα κόμματα.  Και έτσι βλέπουμε τις κυβερνήσεις να επιχορηγούν «κιλά» που δεν έπρεπε να έχουν παραχθεί εξαρχής.

Η φετινή χρόνια δεν αποτελεί εξαίρεση σε αυτή την παράδοση. Οι αγρότες δεν αντιμετώπισαν κάποια φυσική καταστροφή που οδήγησε σε κακή σοδειά. Έκαναν μία καθαρά επιχειρηματική επιλογή η οποία εμπεριείχε εγγενές ρίσκο: να πολλαπλασιάσουν την παραγωγή τους πιστεύοντας ότι αυτό θα αυξήσει τα κέρδη τους με βάση τις περσινές τιμές. Αν η επιλογή αυτή ήταν σωστή, θα έπρεπε να ανταμειφθούν, αν όχι να υποστούν τις συνέπειες, όπως κάθε Έλληνας ιδιώτης. Οι αγρότες, όμως, κατά τα φαινόμενα, πιστεύουν ότι ανήκουν σε μία ξεχωριστή κατηγορία πολιτών, και έτσι απαίτησαν από την κυβέρνηση να τους «ξελασπώσει» για την επιλογή τους με δημόσιο, δηλαδή δικό μας, χρήμα, παρουσιάζοντας μάλιστα εαυτούς ως θύματα των «μεσαζόντων». Τα κόμματα μη θέλοντας να δυσαρεστήσουν αυτή την πολιτικά σημαντική ομάδα, επιδόθηκαν σε έναν αγώνα προς τα κάτω, συναγωνιζόμενα ποίο θα φανεί πιο «κοντά» στους αγρότες. Η ενημέρωση του κόσμου ήταν ελλειπής, καθώς τα ΜΜΕ περιορίστηκαν στην παρουσίαση του θέματος σε όρους μικροπολιτικής. Έτσι ακούσαμε σχολιασμούς ως προς το αν ο κύριος Χατζηγάκης έπρεπε ή όχι να ανέβει στα τρακτέρ, αν σπάνε η όχι τα μπλόκα λόγω συνδικαλιστικών αντιπαραθέσεων κ.ο.κ. Το έργο της διαδικασίας του δημοκρατικού ελέγχου, μέρος του οποίου κανονικά επιτελούν τα ΜΜΕ, δεν επιτελέστηκε.

Το έργο αυτό όμως είναι απαραίτητο. Είναι απαραίτητο, γιατί ο συνδιασμός της ευπάθειας, που δικαιολογεί κρατικές δαπάνες για στήριξη, και της πολιτικής ισχύος των αγροτών, που τους επιτρέπει να πιέζουν την κυβέρνηση είναι δυνάμει επιζήμιος για το κοινωνικό σύνολο. Η αγροτική πολιτική χρειάζεται ισχυρό δημοκρατικό έλεγχο, ώστε να αξιολογούνται από το κοινό τόσο οι αιτιάσεις των αγροτών όσο και η αγροτική πολιτική της εκάστοτε κυβέρνησης, και να ελαχιστοποιείται η πιθανότητα σπαταλήσης δημοσίου χρήματος μέσω μη αναγκαίων δαπανών. Η κατασπατάληση όμως δεν αποφεύχθηκε. Η πίεση των αγροτών και η ελαστικότητα της κυβέρνησης χρέωσαν όλους εμάς, και τις επόμενες γενιές, με 500 εκατ. ευρώ που δεν μας περισσεύουν. Επιπλέον μείωσαν ακόμα περισσότερο την αξιοπιστία της κυβέρνησης, η οποία υποχωρώντας έδειξε ότι αν μια ομάδα δείξει «τσαμπουκά», το αίτημα της, όσο ανορθολογικό ή ζημιογόνο και αν είναι για το κοινωνικό σύνολο, θα ικανοποιηθεί.

Θεωρούμε ότι θα ήταν μη ρεαλιστικό να περιμένει κανείς από τα κόμματα να μην προσπαθήσουν να προσεταιρισθούν τους αγρότες – τουλάχιστον ως ένα βαθμό. Γι αυτό το λόγο πιστεύουμε σε μια θεσμική οργάνωση που δεν ποντάρει στις καλές προθέσεις των πολιτικών (αν αυτές υπάρχουν τόσο το καλύτερο), αλλά οργανώνει το συμφέρον τους ώστε να συμπλέει με αυτό του συνόλου. Σε αυτό το πνεύμα, πιστεύουμε ότι αν τα ΜΜΕ επιτελούσαν σωστά το έργο τους, να ενημερώνουν δηλαδή τους τηλεθεατές με στοιχεία, αντί να συμπολιτεύονται ή να αντιπολιτεύονται (ανάλογα με το μέσο),  θα υπήρχε πίεση προς τον πολιτικό κόσμο να μην υποκύψει στα αιτήματα των αγροτών. Και οι βουλευτές που θα έδιναν έκφραση σε αυτή την πίεση απαιτώντας ορθολογικές πολιτικές και διαφάνεια, θα το έπρατταν από πολιτικό συμφέρον, καθώς θα εξέφραζαν τις επιθυμίες σημαντικής μερίδας ενημερωμένων ψηφοφόρων.

Βατοπεδίου (α)συνέχεια;

Από την στιγμή μου άρχισαν να γίνονται γνωστές οι λεπτομέρειες του σκανδάλου του Βατοπεδίου, θεωρήσαμε ότι η υπόθεση ήταν υψίστης σημασίας για τον τόπο, καθώς καταδεικνύε με ξεκάθαρο τρόπο την διαφθορά και διαπλοκή που χαρακτηρίζει τον δημόσιο βίο στην Ελλάδα. Ήταν επίσης η τελευταία ευκαιρία της κυβέρνησης Καραμανλή να διασώσει την λεγόμενη «νέα διακυβέρνηση» εφαρμόζοντας την λαϊκή εντολή που την έφερε στην εξουσία: να πατάξει την διαφθορά. Συνεπώς, ο Κ. Καραμανλής είχε δύο επιλογές: να μετατρέψει το σκάνδαλο σε ευκαιρία αναγνωρίζοντας πλήρως της ποινικές του προεκτάσεις, αναλαμβάνοντας την πολιτική ευθύνη, και συμφωνώντας στην παραπομπή στην δικαιοσύνη των υπευθύνων. Ή να το συγκαλύψει, ακολουθώντας την τακτική που η κυβέρνηση αυτή ακολούθησε σε όλα τα προηγούμενα σκάνδαλα.

Δυστυχώς, ο κ. Καραμανλής δεν ακολούθησε την «ενάρετη» οδό. Είχε διαφανεί από την αρχή ότι η κυβέρνηση δεν επιθυμούσε τιμωρία των υπευθύνων, άλλα πολιτική διέξοδο από το σκάνδαλο. Έτσι, επιχειρήθηκε η μετατροπή του θέματος από ζήτημα της δικαιοσύνης, σε πολιτικό θέμα. Με τον ανασχηματισμό, και απομακρύνοντας τους υπουργούς που σχετίζονται με το Βατοπέδι (τους «Βατοπεδινούς» κατά την τρέχουσα ορολογία) θεωρήθηκε ότι το ζήτημα έκλεισε. Όμως, ανασχηματισμός δεν ισοδυναμεί με απονομή δικαιοσύνης. Και η στρατηγική που ακολουθήθηκε δεν είναι μόνο πολιτικά λανθασμένη, αλλά και ηθικά μεμπτή.

Είναι πολιτικά λανθασμένη, γιατί η κυβέρνησή δεν συνειδητοποίησε ότι η πλειοψηφία των πολιτών έχει κουραστεί από τα σκάνδαλα, και συνεπώς βαθιές τομές θα απέφεραν σημαντικά πολίτικα οφέλη, γιατί θα συνιστούσαν ένα έμπρακτο βήμα στην κατεύθυνση της εξυγίανσής της πολιτικής ζωής της χώρας. Όμως, η ηθική διάσταση του θέματος είναι πιο σημαντική. Η δικαιοσύνη δεν είναι μόνο ιδανικό, είναι και δημόσιο αγαθό, καθώς η ορθή λειτουργία της αποφέρει χειροπιαστά αποτελέσματα που οφελούν το σύνολο του κοινωνικού σώματος. Επιτρέπει σε μία κοινωνία να ενδοσκοπεί και να διορθώνει τα κακώς κείμενα της. Τιμωρώντας τους παραβαίνοντες τον νόμο, αποθαρρύνει εν δυνάμει παραβάτες. Ρίχνοντας φως στα σημεία που το πολιτικό σύστημα αστόχησε επιτρέπει την βελτίωση των θεσμών προς όφελος όλων. Mε την επιλογή του να αποχωρήσει από την ψηφοφορία για την σύσταση προανακριτικής επιτροπής, o κ. Καραμανλής απαξιώνει τους κοινοβουλευτικούς θεσμούς που σκοπεύουν στην διαφάνεια. Καθιστά επίσης το κόμμα του κόμμα που ομαδικά φυγοδικεί: είναι υποχρεωμένο να αποχωρεί από την βουλή κάθε 30 μέρες, προκειμένου να μην κινηθεί μία διαδικασία η οποία ενδέχεται να έχει ποινικές επιπτώσεις για στελέχη της Ν.Δ. Οι χειρισμοί του πρωθυπουργού, νομιμοποιούν, επίσης, την παρανομία. Όταν η διαφθορά στα ανώτερα κλιμάκια της κυβέρνησης γίνεται ανεκτή και συκγαλύπτεται, οι πολίτες συμπαιρένουν ότι οι νόμοι εύκολα καταπατώνται ατιμωριτί. Ο κ. Καραμανλής έστειλε μήνυμα στους υπουργούς και τους βουλευτές του κόμματος του ότι όποιος παραβαίνει τον νόμο, ακόμα και με φοβερό κόστος για το κοινωνικό σύνολο,  θα προστατεύεται. Ένας ανάλογος άγραφος κανόνας ισχύει και για ένα άλλο σχηματισμό, την μαφία: λέγεται ομερτά.

An Emerging Balance of Power

After the end of the Cold War, the United States enjoyed unprecedented latitude of action. The collapse of the Soviet Union discredited the central planning system of government and thus disarmed the ideological opponents of the west. Militarily the US found itself the overwhelmingly preponderant force in the world. Armed with triumphant liberal rhetoric and buttressed by military superiority, the US implemented an agenda of interventionism, an agenda that reached its apex during the Bush administration’s the first term.

In its doctrine of unilateralism, the Bush administration bypassed the UN Security Council to invade Iraq. It attempted to accentuate European divisions by idiotically referring to “Old” and “New” Europe, thus angering the core – and most powerful nations – of the Union, and causing frictions within NATO. It attempted to push Russia into a corner by expanding NATO to its borders and pushing for Georgian and Ukrainian accession to the Organization, despite European reservations. It also angered Russia by pushing for recognition of Kosovo despite lack of consensus in the UN Security Council. In the Middle East, it abandoned any pretense of impartiality by abandoning the peace process in favor of unreserved support to Israel, while also assuming an extremely aggressive posture towards Iran.

But history has shown that as nature despises a vacuum, so does politics. Soon enough a balancing coalition emerges, seizing on the mistakes of the threatening power. The agent that facilitates the process is Great Power hubris: the arrogant demeanor towards allies, the aggressive behavior towards foes, and the mistakes made when one is unfettered by systemic checks. It was inevitable these various elements would combine, and that a new balance would eventually start to emerge. And it is emerging in only a short time, in historical terms, after the end of the Cold War.

Russia is resurging. It has already sent loud and clear messages that it will not put up with intervention in what it considers its traditional sphere of influence. The Russian leadership threatened to install nuclear weapons in Kaliningrad in retaliation to the US missile defense. The invasion of Ossetia was an even more powerful message, as it showed that Russia will not tolerate any intervention in the Caucasus, even if that means it will have to resort to military action. The invasion, at the same time, showed the inability of the US to back its commitments in the region by action. Saakhashvili may have thought the US would come to the rescue, but the Russian leaders were well aware that the US needs Russian support to keep pressure on Iran to force it to abandon its nuclear program. They were also well aware that it needs Russian support in Afghanistan, as Russia is the country through which NATO forces and supplies over-fly to reach Afghanistan. Thus, following the invasion State Dept. policymakers, by their own admission, were now realizing that they would have to engage in trade-offs to achieve their foreign policy aims. And Georgia is simply not as important in the US foreign policy agenda as Afghanistan and Iran is.

The invasion of Iraq and the concurrent alienation of Iran, despite the fact that the latter had cooperated with the Bush administration on many fronts prior to Iraq’s invasion, destroyed the precarious balance of power in the Gulf which had prevented any state from becoming preponderant and threatening others. Iran is thus finding itself close to achieving regional hegemony. It has penetrated the Iraqi state apparatus, and the Gulf States fearing the absence of a balancing force to Iran (which so far was Iraq), are aligning with it. The alienation of Iran has also removed from the negotiating table a player that would be paramount to any peace settlement in the region, and worse it turned the strengthened Iran into a player that has a lot to gain from opposing it. The US is increasingly finding that that it is losing influence in the region, with a strengthened Iran and an increasingly disgruntled Arab world.

It is not the purpose of this article to speculate on the intentions of the Obama presidency, as intentions are always constricted by capabilities. In other words, even if Obama wished to continue his predecessor’s foreign policy (which we don’t believe he wants to), he couldn’t. His actions are be constrained by two factors: the dire economic situation in the country, which does not allow for ambitious commitments abroad, and the balancing forces described above. Ultimately, the Obama administration will have to follow what is conventional wisdom for smaller countries: foreign policy is a balancing act involving trade-offs, attempting to satisfy all or most goals through with the use of all instruments available to foreign policy makers, including diplomacy and alliance.

At the strategic level therefore, the US will seek to approach Europe and strengthen the transatlantic bond, in order to reap the benefits of burden sharing in defense and peacekeeping missions, and will avoid unnecessary confrontations with Russia, which has made it clear that it will take action when it perceives its vital national interests to be threatened. Finally the new administration will try to restore at least a degree of impartiality in its approach to the Middle East peace process. It will approach Iran and Syria to see where consensus can be reached.

Practically this will translate into a new balance of power in Europe, defined by a US-Russian accommodation, largely involving modifications in US foreign policy, modifications that will soften its posture. The US and Russia will reach an understanding whereby the US will not interfere in the Caucasus, and NATO is not going to expand into this region – a strategy the Europeans will enthusiastically welcome. Thus, the US, which has championed the cause of Ukraine and Georgia, despite European wishes not to antagonize the Russians, will likely issue statements of solidarity towards Georgia and the Ukraine, but not much more. Another step in this direction is the understanding regarding the US missile defense shield. The US has removed a cause of substantial friction by reaching an accommodation with Russia regarding the Missile Defense system. Eastern Europe will continue to be staunchly pro-American, as it sees the US as the only power that can protect it from historical Russian expansion westwards. But the US is unlikely to try to divide Europe as in the past, understanding that any such attempt will alienate France and Germany whose support is vital if transatlantic bonds are to be strengthened and enhanced.

In the Middle East, the Obama administration has already taken an important step by signaling to the Iranian government that it does not seek regime change, and by seeking ways to re-approach the Iranians. This is a first step, in a longer-term plan that will try to bring Syria and Iran to the negotiating table, and put the Peace Process within a grander scheme that involves them both. The Obama administration will attempt a graceful exit from Iraq and will seek to bolster its presence in Afghanistan. In this process it will try to cash in the concessions made to Russia in Europe. The US will seek Russian support in the UN in averting Iran from acquiring nuclear weapons, and will need its continued support regarding Afghanistan, both in international organizations, as well as operationally. But Russia itself is unlikely to stay out of the competition for Iran’s resources, and it is very likely that we will see a Cold War-like pattern emerging, where Russia and the US compete for influence in Iran.

Ultimately, US-Russian relationships may remain antagonistic. But the needless antagonism the Bush administration started is unlikely to continue. We will more likely see an era of controlled friction between the two countries,  a friction controlled by a mutual understanding of each other’s vital interests.