Το αίσθημα είναι διάχυτο εδώ και καιρό. Οι πολιτικοί ταγοί της χώρας μας όχι μόνο δεν ανταποκρίνονται στις προσδοκίες ενός σημαντικού τμήματος των Ελλήνων αλλά αδυνατούν ακόμα και να τις αντιληφθούν. Αν μη τι άλλο, τα γεγονότα του περασμένου Δεκεμβρίου ήταν μία σαφής ένδειξη ότι πολιτικό σύστημα και κοινωνία κινούνται με διαφορετικές ταχύτητες· μία ένδειξη ότι οι πολιτικοί μας πρέπει να πάψουν να δολιχοδρομούν και να επαναπροσανατολιστούν άμεσα εντός των κοινωνικών τεκτενόμενων. Παρ’όλα αυτά καμία αλλαγή πλεύσης δεν πραγματοποιήθηκε και βάσει των εξελίξεων δεν διαφαίνεται μία τέτοια προοπτική.
Όσον αφορά στα δύο κόμματα εξουσίας, κάθε ανασυγκρότηση της πολιτικής τους στη βάση των σημερινών πολιτικοκοινωνικών αναγκών και με μακροπρόθεσμη προοπτική βρίσκεται εκτός του πεδίου ορατότητάς τους. Εξακολουθούν τους εκλογικούς τακτικισμούς που παραδοσιακά χαρακτηρίζουν την ελληνική πολιτική σκηνή, με το βλέμμα στραμμένο στις δημοσκοπήσεις. Εντός του ρευστού πολιτικού περιβάλλοντος επιδιώκουν να συσπειρώσουν την κομματική βάση τους πολώνοντας το πολιτικό κλίμα και να κερδίσουν την αδιευκρίνιστη ψήφο με επιφανειακές κινήσεις.
Ο πρόσφατος ανασχηματισμός της κυβέρνησης μόνο κατ’ επίφαση σηματοδότησε μία νέα διακυβέρνηση. Φάνηκε να διευθετεί εσωκομματικές ισορροπίες και να περιχαρακώνει στη Νέα Δημοκρατία όσο το δυνατόν περισσότερους από τους υποστηρικτές της δια της εκπροσώπησης σχεδόν όλων των εκλογικών περιφερειών στο νέο κυβερνητικό σχήμα. Επιπλέον, με υπουργοποιήσεις όπως αυτή του κ. Σαμαρά και υπουργούς να απευθύνονται στους «νοικοκύρηδες Έλληνες» ανασύροντας φαντάσματα του παρελθόντος, η ΝΔ αυτοπεριορίζεται σε μία συντηρητική στροφή που απευθύνεται στη δεξιά πτερυγά της. Για να κερδίσει εκλογικά ευρύτερες κοινωνικές ομάδες εισήγαγε στο λόγο της το διαιρετικό σχήμα «υπευθυνοι εναντίον ανεύθυνων»- τομή που θα άρμοζε στις περιστάσεις αν δεν προερχόταν από το σαρωμένο από σκάνδαλα κόμμα των «υπευθύνων». Από την άλλη, το ΠΑΣΟΚ συνεχίζει να ετεροπροσδιορίζεται βάσει των πεπραγμένων της ΝΔ και διεγείροντας το «προοδευτικό» αίσθημα της κομματικής βάσης του δια της καταγγελίας της «δεξιάς κυβέρνησης». Χωρίς να πείθει για τις ικανότητές του στη διακυβέρνηση, συγκρούεται με την κυβέρνηση για να αποκομίσει εκλογικά οφέλη στη λογική του «μη χείρων βέλτιστο».
Τέλος, ο ΣΥΡΙΖΑ συνεχίζει τη γενικόλογη επαναστατική ρητορική σε μία προκρούστεια προσπάθεια να συμπεριλάβει στους κόλπους του κάθε αριστερή, αριστερίζουσα και αριστερόστροφη ομάδα της νεολαίας. Όποια ρεαλιστική -και άρα περιοριστική- ή όχι αρκετά αριστερή πολιτική πρόταση θα επέφερε διαρροές στον αστερισμό υποστηρικτών του κ. Τσίπρα.
Όσο τα κόμματα αναζητούν τις συντεταγμένες τους βάσει αυτής της εκλογικής λογικής υφίσταται ένα σημαντικό έλλειμμα αντιπροσώπευσης. Οι επιλογές τους όπως φαίνεται από τα παραπάνω εκφράζουν τη στενή κομματική βάση τους. Το τμήμα της κοινωνίας που δεν ταυτίζεται με τα κόμματα γίνεται στόχος επικοινωνιακών ή καιροσκοπικών κινήσεων προς εκλογική εκμετάλλευση παραμένοντας άνευ ουσιαστικής εκπροσώπησης. Ακόμα και αν κάποιο κόμμα αποσπάσει τη ψήφο του, οι πραγματικές ανάγκες του δεν έχουν ενσωματωθεί από τους πολιτικούς φορείς που εγκλωβίζονται στην αναπαραγωγή των μικροπολιτικών τακτικών τους. Το κενό εκπροσώπησης αποτυπώνεται και στις δημοσκοπήσεις: τα κόμματα εξουσίας παραμένουν καθηλωμένα, η πλειοψηφία των Ελλήνων δεν θα επιθυμούσε μία μονοκομματική κυβέρνηση, ενώ το ΣΥΡΙΖΑ καταγράφει απώλειες. Οι ψηφοφόροι που μετεωρίζονται πέριξ του πολιτικού κέντρου αναζητούν εκφραστή.
Follow us on: