Archive for the 'Uncategorized' Category

Οι μνημονιακοί και οι αντι-μνημονιακοί

H Ελλάδα από την γένεση της πέρασε περιόδους έντονου διχασμού, κατά τους οποίους η κοινωνία χωριζόταν σε δύο ή περισσότερα συνήθως μονολιθικά στρατόπεδα. Μετά την απελευθέρωση της Ελλάδας είχαμε το “Ρωσικόν, το Γαλλικόν και το Αγγλικόν κόμμα” και αργότερα είχαμε τους βενιζελικούς και τους αντι-βενιζελικούς. Σήμερα, έχουμε χωριστεί σε μνημονιακούς και αντι-μνημονιακούς.

Η συζήτηση στην χώρα δεν πλαισιώνεται από ιδεολογικό προσανατολισμό, άλλωστε ο ισχυρός πολιτικός λόγος που παράγει αντίστοιχης ισχύος πολιτική δράση πότε δεν ήταν στα ατού της Ελλάδας. Ο σημερινός πολιτικός λόγος που εκφέρεται, δεν αξιολογεί την πραγματικότητα στο παραδοσιακό φάσμα δεξιάς/αριστεράς. Κινείται μόνο στο δίπολο μνημόνιακων – αντιμνημονιακών και δημιουργεί έναν άξονα ο οποίος τέμνει όλα τα κόμματα -τόσο τα κόμματα εξουσίας όσο και κάποια από τα μικρά. Όσο πιέζεται η Ελλάδα, τόσο πιο άκαμπτοι γίνονται αυτοί που ανήκουν στα επιμέρους στρατόπεδα. Έτσι, δύο χρόνια μετά, το μνημόνιο έχει δημιουργήσει “αταίριαστους” συμμάχους: λαϊκή αριστερά μαζί με λαϊκή δεξιά, ακροαριστερά/ακροδεξιά καθώς και διάφοροι ανεξάρτητοι.

Αυτή η κατάσταση είναι νοσηρή, γιατί το μνημόνιο δεν είναι άρθρο πίστεως αλλά πρόγραμμα προς αξιολόγηση, διαπραγμάτευση και εφαρμογή. Συνεπώς ένας υγιής διάλογος δεξιάς – αριστεράς θα μπορούσε να οδηγήσει σε μία καλή σύνθεση θέσεων. Ένας δεξιός έχει τόσο δίκιο να λέει ότι ο δημόσιος τομέας πρέπει να μαζευτεί και να “συγυριστεί” όσο ένας αριστερός που λέει ότι η κοινωνία έχει συγκεκριμένες αντοχές και πρέπει να μεριμνήσουμε για αυτούς που θα πληγούν από την οικονομική αλλαγή.

Γενικεύοντας, μπορεί κανείς να πει ότι οι μεταρρυθμιστές τείνουν προς το μνημόνιο, και οι δυνάμεις συντήρησης αντιτίθενται σε αυτό. Στην παρούσα συγκυρία η πόλωση γύρω από το μνημόνιο δημιουργεί μονολιθικά μπλοκ και παράλληλα αποκλείει κάθε ενδιάμεσο επιχείρημα: είσαι είτε υπέρ του μνημονίου και των μεταρρυθμίσεων και συνεπώς εκσυγχρονιστής, είτε αντι-μνημονιακός και συνεπώς αντιμεταρρυθμιστής. Έτσι, αυτοί που εκφράζουν αμφιβολίες για τη συνταγή χαρακτηρίζονται οπισθοδρομικοί (και δεν μιλάμε για το συνάφι του Τσίπρα) και αυτοί που τασσονται υπέρ, προοδευτικοί. Οι αντιμνημονιακοί εστιάζουν στις παθογένειες του ευρώ χωρίς να αναγνωρίζουν ότι το πολιτικό ζητούμενο είναι η μεταρρύθμιση. Χωρίς διαρθρωτικές αλλαγές, η επιστροφή στην δραχμή απλώς θα οδηγήσει σε ένα ανεξέλεγκτο τύπωμα δραχμής προκειμένου να εξυπηρετούνται οι παλιοί καλοί πελάτες που θέλουν να συνεχίσουν όπως πριν. Σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα θα βρισκόμασταν στην ίδια κατάσταση όπως πριν, χωρίς να έχουμε αλλάξει τίποτα από όσα προκάλεσαν την ελληνική κρίση. Αντιστοίχα πολλοί μνημονιακοί δεν αναγνωρίζουν ότι η ευρωζώνη έχει σημαντικές παθογένειες, οι οποίες έχουν άμεσες επιπτώσεις στην Ελλάδα και οι οποίες επέτειναν τις παθογένειες της χώρας. Αν η κρίση έχει πολιτική διάσταση, τότε έχει αποτύχει τόσο το ελληνικό πολιτικό σύστημα όσο και η ηγεσία της Ευρώπης. Το μεν γιατί δεν κατάφερε να περάσει μεταρρυθμίσεις και να προστατεύσει τους οικονομικά αδύναμους από την αναπόφευκτη ύφεση, και το δε γιατί πίστεψε ότι η άγρια λιτότητα είναι μονόδρομος.

Είναι τόσο πασιφανές ότι η συνταγή “μπάζει”, όσο είναι πασιφανές ότι χωρίς εξωτερική βοήθεια και μεταρρυθμίσεις είμαστε τελειωμένοι. Η πολιτική δυσπραγία της χώρας και η καθυστέρηση στις μεταρρυθμίσεις είναι η μία πλευρά του θέματος. Η άλλη είναι ότι η ίδια η Ευρωζώνη πλέον εκφράζει αμφιβολίες για τη συνταγή και την ατέλειωτη λιτότητα.  Η πόλωση τυφλώνει, διότι όταν ο διάλογος διεξάγεται με μοναδικό γνώμονα το μνημόνιο, καταλήγουμε να ενστερνιζόμαστε “πακέτα” αντιλήψεων αντί να σχηματίζουμε ισορροπημένες απόψεις.

Οι μεταξωτές διαπραγματεύσεις…

Ορισμένοι σχολιαστές στον ελληνικό τύπο γράφουν ότι οι πιέσεις της τρόικας για αποδοχή των μέτρων και υπογραφή της συμφωνίας από όλους τους πολιτικούς αρχηγούς συνιστά προσβολή στη δημοκρατία. Ισχυρίζονται ότι κανένας εξωτερικός παράγοντας δεν μπορεί να αναγκάσει τους εγχώριους πολιτικούς δρώντες σε δεσμεύσεις οι οποίες δεν υπόκεινται σε δημοκρατικό έλεγχο.

Αυτό είναι εν μέρει αλήθεια. Η πίεση στην Ελλάδα είναι πρωτοφανής. Οι ξένοι εταίροι μας αξιώνουν υπογραφή πολύ σκληρών μέτρων χωρίς πολλά πολλά, την ίδια στιγμή που τα κοινοβούλια τους “κοσκινίζουν” το παραμικρό που αφορά το δανεισμό προς την Ελλάδα.

Υπάρχει όμως και η άλλη πλευρά, η οποία αφορά την εικόνα των δικών μας διαπραγματευτών και την αξιοπιστία τους. Δύο χρόνια τώρα η Ελλάδα έχει περάσει πολύ λίγες μεταρρυθμίσεις. Στο δημόσιο δεν έχει πειραχθεί κανείς -γιατί το δημόσιο εκλέγει τις κυβερνήσεις. Παράλληλα, ο ιδιωτικός τομέας έχει χάσει χιλιάδες δουλειές. Δύο χρόνια μετά την κρίση, το βασικότερο, ο φοροεισπρακτικός μηχανισμός, είναι πρακτικά στην ίδια κατάσταση με πριν. Οι λίγοι νόμοι που περνάνε για το άνοιγμα των κλειστών επαγγελμάτων είναι τίγκα στο παράθυρο. Οι Ευρωπαίοι προφανώς έχουν χάσει την πίστη τους ότι η Ελλάδα εννοεί αυτά που λέει και κάνει αυτά που δεσμεύεται. Ας μην τα κάναμε όλα. Ας κάναμε τα μισά και ας διαπραγματευόμασταν τα υπόλοιπα.

Η χώρα θέλει να λέει ότι ανήκει σε ένα πολύ αποκλειστικό club, την Ευρωζώνη. Αν έχει αξιώσεις να παραμείνει σε αυτό, θα πρέπει και να μάθει να φέρεται ανάλογα. Έλα όμως που οι πολιτικοί αρχηγοί δεν μπορούν. Αντί να παρουσιάσουν ένα ενωμένο μέτωπο, πλειοδοτούν στο ποιος φάνηκε πιο σκληρός στις διαπραγματεύσεις, χωρίς όμως να έχουν διαπραγματευτικό χαρτί. Ο Σαμαράς, ο οποίος συγκυβερνά και προσποιείται ότι δεν συγκυβερνά, πλειοδοτεί σε διαπραγματευτικό τσαμπουκά ενώ ο Καρατζαφέρης περιμένει το κείμενο στα ελληνικά. Στη συγκεκριμένη όμως συγκυρία, η ελληνική πλευρά δεν έχει πολλά βέλη στη φαρέτρα της. Το αποτέλεσμα είναι τραγικό: Δεν μπορείς να παριστάνεις τον δεινό διαπραγματευτή όντας εγκλωβισμένος σε αντιμνημονιακή ρητορική, τελικά να συνθηκολογείς σε όλα, και στο τέλος να σου λένε και ότι το δεύτερο πρόγραμμα είναι ακόμα στον αέρα.

Μπορεί λοιπόν η στάση της Τρόικα να είναι σκληρή και ανάλγητη, όμως υπάρχει και η άλλη πλευρά της εξίσωσης: ένα διαλυμένο κράτος που δεν λέει να κάνει πέντε πράγματα. Και ο γιαλός είναι στραβός και στραβά αρμενίζουμε. Και ενώ συμβαίνουν όλα αυτά, η Public Issue δημοσιεύει δημοσκόπηση σύμφωνα με την οποία ο Τσίπρας είναι ο δεύτερος δημοφιλέστερος πολιτικός αρχηγός. Και εις ανώτερα.

 

Όταν ο μέσαιος χώρος καταρρέει…

Το politicsgr.net δημοσιεύει μία δημοσκόπηση της Pulse, κατά την οποία η Χρυσή Αυγή είναι στο κατώφλι της Βουλής σύμφωνα με τα ποσοστά πρόθεσης ψήφου. Γράφει, το politicsgr.net:

 

19% για τη ΝΔ,
9,5% για το ΠΑΣΟΚ,
9% για το ΚΚΕ,
8,5% για τον ΣΥΡΙΖΑ,
8% για την Δημοκρατική Αριστερά,
4% για το ΛΑΟΣ,
2,5% για τους “Οικολόγους – Πράσινους”,
2% για τη “Δημοκρατική Συμμαχία”,
2% για το “Άρμα Πολιτών”,
2% για τη Χρυσή Αυγή
και ποσοστό 4% απαντά υπέρ κάποιου άλλου κόμματος.

Το λευκό και η αποχή φτάνουν στο 19,5% και οι αναποφάσιστοι στο 10%.

Με την αναγωγή των παραπάνω εκτιμήσεων σε εκλογικά αποτελέσματα, προκύπτει Βουλή 11 κομμάτων με τα παρακάτω ποσοστά: ΠΑΣΟΚ 13,5%, ΝΔ 27%, ΚΚΕ 12,5%, ΛΑΟΣ 5,5%, ΣΥΡΙΖΑ 12%, “Δημοκρατική Αριστερά” 11,5%, “Οικολόγοι – Πράσινοι” 3,5%, “Δημοκρατική Συμμαχία” 3%, “Άρμα Πολιτών” 3%, “Χρυσή Αυγή” 3% και “άλλο κόμμα” 5.

Η άνοδος των άκρων είναι εμφανής. Ο Αριστοτέλης έλεγε ότι η δημοκρατία είναι δυνατή όταν υπάρχει ένα στιβαρό μέσο. Όταν εξαφανίζεται το μέσο, τα άκρα έρχονται σε επαφή. Στην Ελλάδα οι κύριοι εκφραστές του μέσου αιμορραγούν, ενώ τα άκρα είναι σε άνοδο. Επειδή το μέσο εξαφανίζεται φοβόμαστε ότι πολύ σύντομα θα έχουμε Συριζαίους εναντίον Χρυσαυγητών, ΛΑΟΣ εναντιον Άρμα Πολιτών, ΚΚΕ εναντίων όλων και άλλα τέτοια ωραία.

Γι αυτό οι εκσυγχρονιστικές και μεταρρυθμιστικές δυνάμεις τις χώρας πρέπει ενδεχομένως να συσπειρωθούν και να δημιουργήσουν έναν νέο κομματικό φορέα. Όπως είχε πει ο Μόσιαλος σε συνέντευξη του στην Ημερησία, η πλειοψηφία του εκλογικού σώματος δεν έχει πολιτική έκφραση αυτή τη στιγμή. Αλλιώς κινδυνεύουμε να γίνει η Ελλάδα αρένα.

 

 

Η αριστερά, η δεξιά και το μνημόνιο

Το Βήμα είχε στην αρχή της προηγούμενης εβδομάδας μία online δημοσκόπηση με τίτλο “Μπορεί η αριστερά να προσφέρει εναλλακτική λύση;”

Τα αποτελέσματά της είναι πολύ ενδιαφέροντα:

 

Το αποτέλεσμα κάνει ακόμα μεγαλύτερη εντύπωση λόγω του ότι οι παραδοσιακοί αναγνώστες του Βήματος δεν ανήκουν στο χώρο της δεξιάς. Εικάζουμε ότι στο δείγμα είναι και πολλοί απογοητευμένοι αριστεροί.

Το poll αυτό είναι ενδεικτικό της κατάστασης στην οποία έχει περιέλθει η αριστερά στην Ελλάδα. Έχοντας επί χρόνια την ιδεολογική ηγεμονία, μπορούσε να θέτει τους όρους και να ορίζει την ατζέντα του δημόσιου διαλόγου, υψώνοντας παράλληλα ιδεολογικά σκιάχτρα σε κάθε προσπάθεια μεταρρύθμισης.

Σε αυτό το διάστημα η έννοια της δημόσιας σφαίρας και του δικαιώματος συμμετοχής σε αυτήν κατακρεουργήθηκαν. Τώρα που ήρθε ο λογαριασμός, η αριστερά, έχοντας εξαντλήσει το καύσιμό της, δεν έχει εναλλακτική πρόταση στην κρίση και απογοητεύει τους ψηφοφόρους της. Η χώρα δεν έχει περιθώριο για Κεϋνσιανές πολιτικές, όχι γιατί αυτές είναι ανεφάρμοστες, αλλά γιατί τον καιρό τον παχιών αγελάδων δεν βάλαμε τίποτα στην άκρη. Χρόνια τώρα, με δάνεια, χρηματοδοτούμε δημόσιες δαπάνες προς κατανάλωση και όχι προς επένδυση. Έτσι η πίτα δεν έχει μεγαλώσει και δεν μπορούμε να τα αποπληρώσουμε, αλλά δεν μπορούμε ούτε να υποτιμήσουμε το νόμισμα ώστε να εξάγουμε πιο εύκολα. Δεδομένου του ευρώ, η μόνη λύση είναι η αύξηση της παραγωγικότητας και η μείωση του εσωτερικού κόστους. Στο εγχώριο περιβάλλον προστίθεται το ιδιαίτερα δυσμενές για τη χώρα διεθνές περιβάλλον. Το μνημόνιο από τη μία προωθεί απαραίτητες μεταρρυθμίσεις, τις οποίες η χώρα έπρεπε να έχει περάσει και χωρίς αυτό, αλλά η εφαρμογή του είναι μονομερής και ασυνάρτητη με την εξέλιξη της οικονομίας. Ακόμα πιο σημαντικό, οι πολιτικές που εφαρμόζει ευνοούν τις χώρες του βορρά οι οποίες θέλουν τα πλεονεκτήματα της οικονομικής ηγεμονίας της Ευρώπης χωρίς τις υποχρεώσεις της. Αυτό αποτυπώνεται ξεκάθαρα στην δημοσιονομική συνθήκη που προωθούν οι Γερμανοί.

Το πολιτικό σύστημα δεν θέλει να αναλάβει καμία ευθύνη. Αντί να προσπαθεί να ισορροπήσει ανάμεσα στην ανάγκη για μεταρρύθμιση και τη διαπραγμάτευση της εφαρμογής των μέτρων, αντιστέκεται προσπαθώντας να κρατήσει το πελατειακό του σύστημα ανέπαφο. Η αριστερά δεν θέλει να ταυτιστεί ούτε με λιτότητα ούτε με επώδυνα μέτρα. Ως κυρίαρχη ιδεολογία (με τη δεξιά να ακολουθεί το παράδειγμά της κατά πόδας), προσπαθεί να διατηρήσει το μοντέλο ως είχε. Γι’ αυτό και ο Κουβέλης ναι μεν εισπράττει τις διαρροές του ΠΑΣΟΚ, αλλά επί του συγκεκριμένου δεν έχει καμία απολύτως πρόταση. Διότι λεφτά δεν υπάρχουν, και το ξέρουν όλοι πλέον, αλλά οι αριστερές πολιτικές τα απαιτούν. Ο Σαμαράς από την άλλη, μή θέλοντας να παραδεχτεί ότι δεν έχει να δώσει, έπαιξε “εθνική αντίσταση” στο μνημόνιο και ανακοίνωσε ένα ανεφάρμοστο οικονομικό σχέδιο στο Ζάππειο ΙΙ. Η επιλογή του  τον έφερε στην αστεία κατάσταση να συγκυβερνά προσποιούμενος ότι δεν συγκυβερνά, ώστε να μην εισπράττει φθορά από τα μέτρα.

Δυστυχώς, αυτό που πρέπει να μάθουμε σε αυτήν τη χώρα είναι ότι τα στοιχεία είναι η σταθερά του πολιτικού διαλόγου, και στην περίπτωση της Ελλάδας τα στοιχεία είναι αμείλικτα: δείχνουν ότι η χώρα θα βρίσκεται σε δεινή οικονομική θέση για πολλά χρόνια. Η στάση που θα τηρήσει ο κάθε πολιτικός χώρος βασιζόμενος στα δεδομένα αυτά είναι θέμα ιδεολογικού προσανατολισμού του. Όσο πιο δίκαιος ο καταμερισμός του βάρους των μεταρρυθμίσεων και όσο ευνοϊκότερη για την χώρα η διαπραγμάτευση, τόσο το καλύτερο. Όμως, η αριστερά πρέπει να αποφασίσει ότι ακόμα και στην περίπτωση που ξαναβρεθεί στην εξουσία μετά τις επόμενες εκλογές, θα πρέπει να πάρει αντιδημοφιλή μέτρα: λεφτά δεν υπάρχουν. Η δεξιά παρομοίως πρέπει να καταλάβει ότι και αυτή δεν θα μπορέσει να συνεχίσει χωρίς να αποκτήσει νέο, ικανό πολιτικό προσωπικό, και ότι αν κληθεί να κυβερνήσει, θα κυβερνήσει με την κρίση να πλανάται πάνω από τη χώρα, θέλει δεν θέλει. Ο καιρός τού “είμαι ασαφής για να εισπράττω” και του “κυβερνώ αλλά δεν συγκυβερνώ” έχει ήδη παρέλθει. Η χώρα χρειάζεται ικανή πολιτική στελέχωση, γιατί τα πράγματα είναι δύσκολα και εντός και εκτός αυτής.

Τι συμβαίνει πάλι με την ΕΛΣΤΑΤ;

Είναι πλέον κωμωδία αυτό που εκτυλίσσεται με τα στατιστικά της χώρας.
Το Βήμα αναφέρει ότι “Με απορία παρακολουθούν στις Βρυξέλλες την «υπόθεση ΕΛΣΤΑΤ»”.

Είναι να μην παρακολουθούν με απορία; Το 2004 η Ελλάδα αναθεώρησε το έλλειμμά της προς τα πάνω με πρόφαση την διαφάνεια και την σαφή αποτύπωση της οικονομικής κατάστασης της χώρας. Δύο χρόνια αργότερα η Ελλάδα αναθεώρησε το ΑΕΠ της προς τα πάνω συμπεριλαμβάνοντας την παραοικονομία στον υπολογισμό του, μεγαλώνοντας έτσι την πίτα και παρουσιάζοντας το έλλειμα (το οποίο η ίδια είχε αναθεωρήσει προς τα πάνω) μικρότερο.

Η κυβέρνηση Παπανδρέου ξανα-αναθεώρησε το έλλειμμά της προς τα πάνω. Με τον ερχομό της κρίσης και την ανάμειξη της ΕΕ, οι στατιστικές της χώρας τέθηκαν εξολοκλήρου υπό αμφισβήτηση και ειπώθηκε δημοσίως αυτό που όλοι ξέραμε ιδιωτικά, ότι οι στατιστικές της Ελλάδας εκπονούνται υπό πολιτική πίεση. Έγινε λοιπόν φασαρία και υποτίθεται ότι θεσμοθετήθηκε και θωρακίστηκε η ανεξαρτησία της ΕΛΣΤΑΤ.

Τώρα, με την υπόθεση Γεωργαντά, η οποία πάλι “βρωμάει” πολιτική ανάμειξη, αμφισβητούνται εκ νέου τα στοιχεία σε μία περίοδο σκληρών διαπραγματεύσεων με τους Ευρωπαίους εταίρους οι οποίοι έχουν επιβλέψει και δεχτεί τα στοιχεία αυτά καλή τη πίστει. Αν η Γεωργαντά υποκινείται από πολιτική σκοπιμότητα, όπως φαίνεται, τότε πρέπει να αναρωτηθούμε για το πολιτικό προσωπικό της χώρας που συνεχώς παίζει με τα νούμερα χωρίς να σέβεται ότι ορισμένα πράγματα δεν σηκώνουν πολιτική ανάμειξη. Εμείς απορούμε πώς είναι δυνατόν μία “σύγχρονη” (το σύγχρονη το βάλαμε σε εισαγωγικά σκοπίμως) χώρα να διεξάγει δημόσια πολιτική και δημόσιο διάλογο χωρίς να έχει σαφή επίγνωση των βασικών μεγεθών πάνω στα οποία διεξάγεται ο δίαλογος. Ξεχάσαμε, προσωρινά, ότι στην Ελλάδα ο διάλογος γίνεται στον αέρα με εξυπνακισμούς και πυροτεχνήματα, χωρίς ίχνος ουσίας.

Η ομιλία Σημίτη και ο λαϊκισμός των ΜΜΕ

Η Παραπολιτική δημοσιεύει εξ ολοκλήρου την ομιλία του Κώστα Σημίτη στο Ίδρυμα Heinrich Boll, με θέμα “Ελλάδα quo vadis;”

Η ομιλία είναι εξαιρετική. Δίνει μία συνολική εικόνα της κρίσης στην Ελλάδα, καταλογίζοντας ευθύνες τόσο στις πολιτικές ηγεσίες της Ελλάδας για τα λάθη και την αδυναμία διαπραγμάτευσης των όρων του μνημονίου, όσο και στις πολιτικές ηγεσίες των χωρών της βόρειας Ευρώπης, οι οποίες θεωρούν ότι στην ανάπτυξη είμαστε μαζί και στην ύφεση χώρια.

Τα ελληνικά ΜΜΕ όμως πήραν μία πρόταση της ομιλίας (και αυτή παραποιημένη), βγάζοντας την εκτός συμφραζομένων, προκειμένου να εξάγουν τα συμπεράσματα τα οποία τα ίδια ήθελαν αντί να αποπειραθούν να μεταδώσουν το απόσταγμα της ομιλίας. Ισχυρίστηκαν ότι ο Σημίτης είπε ότι ήταν “μοιραίο λάθος η προσφυγή στο μνημονίο”. Είναι τα ίδια ΜΜΕ που δεν αντιλήφθηκαν τον ερχομό της κρίσης, και αναπαρήγαγαν άκριτα τους ισχυρισμούς της κυβέρνησης Καραμανλή ότι η Ελλάδα δεν διατρέχει κινδύνους γιατί δεν είναι εκτεθιμένη σε τοξικά προϊόντα.

Η παραποίηση είναι καταφανής αν δει κανείς όλη την παράγραφο, στην οποία ο Σημίτης αναφέρεται στο “μοιραίο λάθος”:

Οι συντάκτες του Μνημονίου είχαν παραλείψει επίσης να συναρτήσουν τους στόχους τους με τις πραγματικές εξελίξεις, να προβλέψουν δηλαδή ότι σε περίπτωση ύφεσης θα παρατείνεται αυτόματα ο χρόνος πραγματοποίησης των στόχων ή και θα περιορίζονται ορισμένες επιδιώξεις. Ήταν ένα πολιτικά μοιραίο λάθος. Η παράλειψη είχε ως αποτέλεσμα να εξακολουθεί το αρχικό σκληρό πρόγραμμα λιτότητας παρά την ύφεση που επήλθε και να επιτείνει κατά πολύ την ύφεση.

Είναι καταφανές ότι είναι πολύ πιο σύνθετο το πλαίσιο των γεγονότων στο οποίο αναφέρεται ο κ. Σημίτης.

Τα ΜΜΕ είναι το νευρικό σύστημα της δημοκρατίας. Είναι ελεύθερα να σχολιάζουν τα γεγονότα όπως θέλουν. Δεν έχουν όμως το δικαίωμα να παραποιούν τα γεγονότα με στόχο την τηλεθέαση, το εύπεπτο πολιτικό δίλεπτο, ή την πολιτική σκοπιμότητα.  Όταν μεταδίδουν γεγονότα καταφανώς παραποιημένα δημιουργούν μία ψευδή αίσθηση της πραγματικότητας. Και τότε μας πιάνει η κρίση στον ύπνο.

 

Ο πλούτος και η ένδεια των εθνών: η περίπτωση της Ελλάδας

Πρόσφατα διαβάσαμε ένα άρθρο του Θοδωρή Γεωργακόπουλου, με τίτλο “Κι Αν Η Ελλάδα Αξίζει Να Καταρρεύσει;”.

Στο άρθρο, ο Θοδωρής Γεωργακόπουλος  εξετάζει την σύγχρονη Ελλάδα υπό το πρίσμα θεωριών που προσπαθούν να ερμηνεύσουν τους λόγους για τους οποίους οι πολιτισμοί ακμάζουν ή καταρρέουν. Είναι πολύ εύστοχο και αξίζει να διαβαστεί λόγω του μεγάλου εύρους του.

Ο Γεωργακόπουλος καταλήγει στον Mancur Olson, ο οποίος αναλύει την κατάρρευση και αναδόμηση κοινωνιών από αποκλειστικά οικονομική σκοπιά, και το επιχείρημα είναι πειστικό: ότι η Ελλάδα δεν αναπτύσσεται λόγω του ότι είναι μία οικονομικά συντηρητική κοινωνία με καρτέλ, συντεχνίες κλπ.

Ο Γεωργακόπουλος θα μπορούσε να έχει πάει την ανάλυσή του ένα βήμα παραπέρα. Καταλήγοντας στον Όλσον, εξηγεί τις οικονομικές αιτίες της κατάρρευσης. Όπως εξηγεί ο David S. Landes στο “The Wealth and Poverty of Nations: Why Some Are So Rich and Some So Poor”, πίσω όπως από τις οικονομικές αιτίες υπάρχουν συμπεριφορές που καθορίζονται από ένα αξιακό σύστημα. Αυτό το αξιακό σύστημα είναι στο κέντρο της οικονομικής ακμής (η παρακμής): κοινωνική ευσυνειδησία, η προδιάθεση για σκληρή δουλειά (το λεγόμενο work ethic) κτλ. Όταν αυτά είναι απόντα, τότε καταλήγουμε σε κοινωνίες όπως η σύγχρονη Ελλάδα. Με άλλα λόγια η οικονομική παρακμή είναι σύμπτωμα ενός παρακμάζοντος αξιακού συστήματος που δεν προωθεί την δημοκρατία, την εμπιστοσύνη και σεβασμό στους θεσμούς, τον σεβασμό προς τον πλησίον, την διάθεση για επιστημονική πρόοδο και την επιδίωξη της γνώσης.

Δεν είναι τυχαίο, σύμφωνα με τον Landes, ότι πολλές χώρες με φυσικό πλούτο είναι πάμπτωχες, ενώ άλλες, με πολύ λιγότερο φυσικό πλούτο είναι οικονομικά ισχυρές λόγω των αξιών που διέπουν τον δημόσιο βίο τους.

Το πιστόλι του Παπαδήμου

Το περίφημο πιστόλι της κυβέρνησης ΓΑΠ φαίνεται τελικά ότι το έφερε στο τραπέζι ο Λουκάς Παπαδήμος.

Θεωρούμε σωστή την διαπραγματευτική γραμμή που φαίνεται να ακολουθεί η κυβέρνηση του, ειδικά αφού προκύπτει – και με στοιχεία πλέον – ότι η κυβέρνηση ΓΑΠ δεν διαπραγματεύτηκε για να αποσπάσει υποχωρήσεις από την πλευρά της Τρόικας, ακόμα και αν λάβει κανείς υπόψιν το γεγονός ό,τι το διεθνές περιβάλλον ήταν τότε πολύ ηπιότερο από ότι είναι σήμερα.

Οι διαπραγματεύσεις όμως δεν γίνονται με την αγιαστούρα. Στον στίβο των διεθνών σχέσεων όπου οι διακρατικές σχέσεις καθορίζονται περισσότερο από την ισχύ και λιγότερο από το δίκαιο, η διαπραγμάτευση δεν είναι υπόθεση αλληλοκατανόησης και δίκαιου συμβιβασμού. Είναι μία διελκυστίνδα κατά την οποία ο καθένας προσπαθεί να πάρει όσα περισσότερα μπορεί μέχρι να βρει ισχυρή αντίσταση από την αντίθετη πλευρά. Επιπλεόν, είναι παιχνίδι μπλόφας, και γι’ αυτό η “τρέλα” είναι έγκυρη διαπραγματευτική τακτική.

Σε μία σημαντική συνέντευξη στους New York Times η οποία πέρασε στα ψιλά γράμματα στα ελληνικά μέσα, ο Παπαδήμος δήλωσε ότι (οι εμφάσεις στο κείμενο είναι δικές μας):

Mr. Papademos said that if Greece did not receive 100 percent participation in a program in which bondholders would voluntarily write down $130 billion from Greece’s unwieldy $450 billion debt,
the country would consider passing a law to require holdouts to take losses.

“It is something that has to be considered in the light of expectations about the degree of the participation to be achieved,” Mr. Papademos said. “It cannot be excluded. It is contingent on the percentage.”

Many private investors, like hedge funds, pension funds and banks, would just as soon see an involuntary default, because much of their holdings are insured through credit default swaps.

But European leaders are dead set against such a “credit event,” which could ignite a chain reaction with unpredictable and potentially catastrophic results for the world financial system.

Με άλλα λόγια ο Παπαδήμος έχει βάλει τις τράπεζες να τσακώνονται με τα hedge funds που δεν συμφωνούν με το κούρεμα. Οι τράπεζες καταλαβαίνουν ότι αν δεν δεχτούν όλοι ένα συμβιβαστικό επιτόκιο, υπάρχει περίπτωση να πάρουν πολύ λιγότερα από αυτά που είναι τώρα στο τραπέζι. Επιπλέον, η περίπτωση που η Ελλάδα προχωρήσει σε μονομερή αναδιάρθρωση θα θεωρηθεί credit event. Τότε οι τράπεζες θα αναγκαστούν να εξοφλήσουν τα ασφάλιστρα που έχουν αγοράσει τα hedge funds. Αυτή, φυσικά, είναι ανεπιθύμητη κατάληξη τόσο για τις τράπεζες οι οποίες θα καταρεύσουν, όσο και για τους Ευρωπαίους ηγέτες των οποίων οι κυβερνήσεις θα κληθούν να τις επανακεφαλαίοποιήσουν.

Φυσικά υπάρχει η απειλή και της δικής μας χρεοκοπίας. Στην παρούσα συγκυρία όμως η δική μας χρεοκοπία σημαίνει καταστροφή, όχι μόνο για εμάς αλλά και για τους υπολοίπους, και αυτό οι εταίροι μας το ξέρουν. Αποθανέτω η ψυχή μου μετά των αλλοφύλων.

Κεϋνσιανισμός στην Ελλάδα: ο τζίτζικας και ο μέρμηγκας – ένα σύντομο σχόλιο

Ο Μάνος Ματσαγγάνης δημοσίευσε στο blog του μία εκπληκτική όμιλια που έδωσε σε εκδήλωση της Δημοκρατικής αριστεράς. Αξίζει να διαβαστεί εξ ολοκλήρου.

Εμείς θα σταθούμε σε ένα σημείο της ομιλίας:

[...] Σήμερα έχουμε γίνει όλοι κεϋνσιανοί – και διαβάζουμε μανιωδώς τα άρθρα του Krugman, επικροτώντας με ενθουσιασμό την προειδοποίησή του ότι δεν είναι πολύ καλή ιδέα να προσπαθείς να μειώνεις τα ελλείμματα στη διάρκεια της ύφεσης. Σωστά: τα ελλείμματα πρέπει να τα μειώνεις στη διάρκεια της ανόδου της οικονομίας. Κρίμα που στην προ κρίσης περίοδο, όταν επί 10-12 χρόνια είχαμε από τους υψηλότερους ρυθμούς (όπως αποδείχθηκε, σαθρής) ανάπτυξης στην ΕΕ (+4% ετησίως), αντί να μειώσουμε τα ελλείμματα τα αφήσαμε να αυξάνονται ανεξέλεγκτα.

Δυστυχώς ο Κεϋνσιανισμός έχει μεταφερθεί στην Ελλάδα ως κακέκτυπο της αρχικής του έκδοσης,  όπως πάρα πολλά άλλα πράγματα. Το σκέλος των δικαιωμάτων έχει μεταφερθεί αυτούσιο χωρίς φυσικά το σκέλος των υποχρεώσεων. Πρώτη “υποχρέωση” είναι ότι οι κεϋνσιανές πολιτικές απαιτούν μια υγιή παραγωγική βάση. Για να τονώθει η οικονομία πρέπει να στοιχειώνεται από κάτι που να επιδέχεται τόνωσης. Η δεύτερη υποχρέωση, και όπως πολύ σωστά επισημαίνει ο Ματσαγγάνης, είναι ότι ο κεϋνσιανισμός απαιτεί counter-cyclical πολιτικές: Αποταμίευση στην ανάπτυξη του οικονομικού κύκλου ώστε να δημιουργούνται πλεονάσματα για δαπάνες στην ύφεση.

Ο τζίτζικας και ο μέρμηγκας δηλαδή. Είναι πολύ βολικό να είμαστε μόνο τζίτζικες, αλλά χωρίς τους μέρμηγκες οι τζίτζικες λιμοκτονούν.

“Όπως οι Ευρωπαίοι μονάρχες”

Συχνά σε πολιτικές συζητήσεις για την κρίση, η κουβέντα καταλήγει στο εξής επιχείρημα: “Καλά, περιμένετε το πολιτικό σύστημα που μας έβαλε στην κρίση να μας βγάλει από αυτήν;”. Με άλλα λόγια, το ερώτημα που τίθεται είναι κατά πόσον είναι δυνατόν ένα πολιτικο σύστημα να προχωρήσει σε μεταρυθμίσεις οι οποίες θα σημάνουν τον θάνατο του πολιτικού προσωπικού που τις προωθεί. Μπορούν οι Έλληνες πολιτικοί να επιβλέψουν την πολιτική αυτοκτονία τους;

Ιστορικό ανάλογο πολιτικής αυτόκτονίας υπάρχει. Τον 18ο και το 19ο αιώνα οι Ευρωπαίοι μονάρχες αντιμετώπιζαν μία δυναμική και ανερχόμενη μεσαία τάξη, η οποία λόγω του αυξανόμενου της πλούτου, και ενδυναμωμένη ιδεολογικά από τα ιδανικά του διαφωτισμού, απαιτούσε ολοένα και περισσότερα πολιτικά δικαιώματα. Οι μονάρχες κατάλαβαν ότι αν δεν προχωρήσουν από μόνοι τους σε πολιτικές μεταρρύθμισεις, δίνοντας περισσότερα πολιτικά δικαιώματα στη αναδυόμενη τάξη και αναγνωρίζοντας σε πολιτικό επίπεδο την διαμορφούμενη κοινωνική και οικονομική πραγματικότητα, η πολιτική (και φύσικη σε πολλές περιπτώσεις) εξόντωση τους ήταν σίγουρη.

Φυσικά, το πρόβλημα σήμερα δεν είναι το ίδιο. Οι δυναμικές της κρίσης όμως παραμένουν οι ίδιες: έχουμε αναδιατασσόμενες κοινωνικές δυνάμες και ένα όλο και πιο ρευστό εκλογικό σώμα.

Είναι καταρχήν αληθές ότι χωρίς κρίσεις, ριζικές αλλαγές δεν γίνονται. Όταν κάτι λειτουργεί – έστω και με πολλά προβλήματα – αναπτύσσεται αδράνεια και κανείς δεν είναι διατεθιμένος να κάνει τομές και να θίξει συμφέροντα. Σε καιρούς κρίσης, αντιθέτως, οι πολιτικές τομές είναι καταρχήν εφικτές, καθώς η κρίση τις κάνει πιο ευκολα πραγματοποιήσιμες: η πολιτική βούληση έχει μικρότερο πολιτικό κόστος καθώς η κοινωνία διαπιστώνει ότι κάτι πρέπει να αλλάξει, γεγονός που την κάνει πιο δεκτική.

Παρόλο που είναι πιο εύκολες οι τομές, στην Ελλάδα δεν έχουν πραγματοποιηθεί γιατί προαπαιτείται σύκγρουση με τα συμφέροντα που εκπροσωπούν τα δίκτυα καθε λογής κρατικοδίαιτων αλλα και συγκεκριμένες ομάδες ιδιωτών. Αν τα δίκτυα αυτά τα οποία απολάμβανουν παροχές δυσανάλογες της προσφοράς τους ξηλωθούν, τότε και οι πολιτικοί με τους οποίους έχουν χτίσει σχέση συναλλαγής θα βρεθούν εκτός βουλής. Αν οι μεταρρυθμίσεις προχωρούσαν, οι πολιτικοί σχηματισμοί θα παρέμεναν αλλά η στελέχωσή τους και το πρόγραμμα τους – και συνεπώς οι ομάδες που εκπροσωπούν – θα άλλάζε άρδην. Γι’ αυτό οι πολιτικοί στηλώνουν τα πόδια. Δύο χρόνια τώρα αντί το κυβερνόν κόμμα να προχωρήσει σε τομές, απλώς φορολογεί τις συνήθεις ομάδες των μισθωτών, οι οποίες όντας πολιτικά ανοργάνωτες δεν μπορούν να ασκήσουν πιέσεις ανάλογου μεγέθους με εκείνες των δημοσίων υπαλλήλων. Η επιμονή της κυβέρνησης να μην συρρικνώνει το δημόσιο δείχνει ότι η πολιτική τάξη είναι σε άρνηση, και προσπαθεί ακόμα να διατηρήσει το σύστημα το οποίο μέχρι τώρα εξασφάλιζε την επιβίωση της.

Δυστυχώς, η στρατηγική αυτή έχει κοντά ποδάρια. Κατά πρώτο λόγο είναι αντι-δημοκρατική: φορολογούμαστε όλοι για να εκπροσωπούμαστε όλοι, ανεξαρτήτως πολιτικής ταυτότητας. Αντιθέτως, αυτό το οποίο συμβαίνει στην πράξη είναι να φορολογείται μία ομάδα για να στηρίζεται μία άλλη επειδη η πρωτη έχει “άκρες” ενώ η δεύτερη όχι. Ακόμα και έτσι, όμως, χρήματα δεν υπάρχουν, οπότε τα ρουσφέτια δεν μπορούν να συνεχιστούν. Ο ιδιωτικός τομέας δεν αντέχει άλλη φορολογία, ώστε να παραμένει απείραχτο το δημόσιο. Συνεπώς, η κυβέρνηση θα αναγκαστεί τελικά εκ των πραγμάτων να έρθει σε ρήξη με τον δημόσιο τομέα, χωρίς όμως να έχει φροντίσει να δημιουργήσει καινούριες συμμαχίες με τον ιδιωτικό, τον οποίο χτυπάει προκειμένου να στηρίξει τις πολιτικές συμμαχίες του δημοσίου. Όσο η κυβέρνηση, και η αντιπολίτευση με την ανέξοδη και ανεύθυνή της ρητορική, αρνούνται να αντιμετωπίσουν αυτή την πραγματικότητα, τόσο πιο άγρια αυτή θα τους χτυπήσει την πόρτα.

Αν τα κόμματα δεν δημιουργήσουν νέες πλατφόρμες, ευθυγραμμισμένες με μία νέα εθνική στρατηγική, τότε κινδυνεύουν να διαλυθούν de facto μέσω της κάλπης. Όπως οι ευρωπαίοι μονάρχες, αν δεν αλλάξουν όπως επιβάλλουν οι καιροί, η αλλαγή θα τους παραμερίσει μόνη της.