H Ελλάδα από την γένεση της πέρασε περιόδους έντονου διχασμού, κατά τους οποίους η κοινωνία χωριζόταν σε δύο ή περισσότερα συνήθως μονολιθικά στρατόπεδα. Μετά την απελευθέρωση της Ελλάδας είχαμε το “Ρωσικόν, το Γαλλικόν και το Αγγλικόν κόμμα” και αργότερα είχαμε τους βενιζελικούς και τους αντι-βενιζελικούς. Σήμερα, έχουμε χωριστεί σε μνημονιακούς και αντι-μνημονιακούς.
Η συζήτηση στην χώρα δεν πλαισιώνεται από ιδεολογικό προσανατολισμό, άλλωστε ο ισχυρός πολιτικός λόγος που παράγει αντίστοιχης ισχύος πολιτική δράση πότε δεν ήταν στα ατού της Ελλάδας. Ο σημερινός πολιτικός λόγος που εκφέρεται, δεν αξιολογεί την πραγματικότητα στο παραδοσιακό φάσμα δεξιάς/αριστεράς. Κινείται μόνο στο δίπολο μνημόνιακων – αντιμνημονιακών και δημιουργεί έναν άξονα ο οποίος τέμνει όλα τα κόμματα -τόσο τα κόμματα εξουσίας όσο και κάποια από τα μικρά. Όσο πιέζεται η Ελλάδα, τόσο πιο άκαμπτοι γίνονται αυτοί που ανήκουν στα επιμέρους στρατόπεδα. Έτσι, δύο χρόνια μετά, το μνημόνιο έχει δημιουργήσει “αταίριαστους” συμμάχους: λαϊκή αριστερά μαζί με λαϊκή δεξιά, ακροαριστερά/ακροδεξιά καθώς και διάφοροι ανεξάρτητοι.
Αυτή η κατάσταση είναι νοσηρή, γιατί το μνημόνιο δεν είναι άρθρο πίστεως αλλά πρόγραμμα προς αξιολόγηση, διαπραγμάτευση και εφαρμογή. Συνεπώς ένας υγιής διάλογος δεξιάς – αριστεράς θα μπορούσε να οδηγήσει σε μία καλή σύνθεση θέσεων. Ένας δεξιός έχει τόσο δίκιο να λέει ότι ο δημόσιος τομέας πρέπει να μαζευτεί και να “συγυριστεί” όσο ένας αριστερός που λέει ότι η κοινωνία έχει συγκεκριμένες αντοχές και πρέπει να μεριμνήσουμε για αυτούς που θα πληγούν από την οικονομική αλλαγή.
Γενικεύοντας, μπορεί κανείς να πει ότι οι μεταρρυθμιστές τείνουν προς το μνημόνιο, και οι δυνάμεις συντήρησης αντιτίθενται σε αυτό. Στην παρούσα συγκυρία η πόλωση γύρω από το μνημόνιο δημιουργεί μονολιθικά μπλοκ και παράλληλα αποκλείει κάθε ενδιάμεσο επιχείρημα: είσαι είτε υπέρ του μνημονίου και των μεταρρυθμίσεων και συνεπώς εκσυγχρονιστής, είτε αντι-μνημονιακός και συνεπώς αντιμεταρρυθμιστής. Έτσι, αυτοί που εκφράζουν αμφιβολίες για τη συνταγή χαρακτηρίζονται οπισθοδρομικοί (και δεν μιλάμε για το συνάφι του Τσίπρα) και αυτοί που τασσονται υπέρ, προοδευτικοί. Οι αντιμνημονιακοί εστιάζουν στις παθογένειες του ευρώ χωρίς να αναγνωρίζουν ότι το πολιτικό ζητούμενο είναι η μεταρρύθμιση. Χωρίς διαρθρωτικές αλλαγές, η επιστροφή στην δραχμή απλώς θα οδηγήσει σε ένα ανεξέλεγκτο τύπωμα δραχμής προκειμένου να εξυπηρετούνται οι παλιοί καλοί πελάτες που θέλουν να συνεχίσουν όπως πριν. Σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα θα βρισκόμασταν στην ίδια κατάσταση όπως πριν, χωρίς να έχουμε αλλάξει τίποτα από όσα προκάλεσαν την ελληνική κρίση. Αντιστοίχα πολλοί μνημονιακοί δεν αναγνωρίζουν ότι η ευρωζώνη έχει σημαντικές παθογένειες, οι οποίες έχουν άμεσες επιπτώσεις στην Ελλάδα και οι οποίες επέτειναν τις παθογένειες της χώρας. Αν η κρίση έχει πολιτική διάσταση, τότε έχει αποτύχει τόσο το ελληνικό πολιτικό σύστημα όσο και η ηγεσία της Ευρώπης. Το μεν γιατί δεν κατάφερε να περάσει μεταρρυθμίσεις και να προστατεύσει τους οικονομικά αδύναμους από την αναπόφευκτη ύφεση, και το δε γιατί πίστεψε ότι η άγρια λιτότητα είναι μονόδρομος.
Είναι τόσο πασιφανές ότι η συνταγή “μπάζει”, όσο είναι πασιφανές ότι χωρίς εξωτερική βοήθεια και μεταρρυθμίσεις είμαστε τελειωμένοι. Η πολιτική δυσπραγία της χώρας και η καθυστέρηση στις μεταρρυθμίσεις είναι η μία πλευρά του θέματος. Η άλλη είναι ότι η ίδια η Ευρωζώνη πλέον εκφράζει αμφιβολίες για τη συνταγή και την ατέλειωτη λιτότητα. Η πόλωση τυφλώνει, διότι όταν ο διάλογος διεξάγεται με μοναδικό γνώμονα το μνημόνιο, καταλήγουμε να ενστερνιζόμαστε “πακέτα” αντιλήψεων αντί να σχηματίζουμε ισορροπημένες απόψεις.

Follow us on: