Archive for the 'Ελληνική πολιτική' Category

Αγανακτισμένε, που πας;

Όπως είχαμε γράψει και σε προηγούμενο ποστ, θεωρούμε την κινητοποίηση των αγανακτισμένων στο Σύνταγμα θετική εξέλιξη.

Κατά πρώτο λόγο δείχνει την ανάγκη του Έλληνα για κάτι καινούργιο. Είναι δηλαδή μία πολυσυλλεκτική διαμαρτυρία που περιλαμβάνει όλο το εύρος των κοινωνικών στρωμάτων και που έχει ως υπόρρητο βασικό αίτημα μια καλύτερης ποιότητας δημοκρατία. Αυτό φαίνεται από το γεγονός ότι από την αρχή οι συγκεντρωμένοι στο Σύνταγμα δεν αποδέχτηκαν κανέναν από τους παραδοσιακούς φορείς πολιτικής οργάνωσης και έκφρασης. Συνδικαλιστές και ακραίοι κάθε απόχρωσης εκδιώχθηκαν κακήν κακώς, ενώ τα κόμματα δεν αποπειράθηκαν καν να πλησιάσουν.

Το πολιτικό σύστημα, αναλωμένο στην μικροπολιτική του πραγματικότητα βρέθηκε αρχικά προ εκπλήξεως, ενώ στην συνέχεια προσπάθησε, χωρίς αποτέλεσμα, να προσεταιριστεί το κίνημα. Η κυβέρνηση προς το παρόν φαίνεται να παρακολουθήσει αμήχανα προσπαθώντας να μην οξύνει τα πνεύματα.

Από την πλευρά του κινήματος ένα ρεύμα έχει αρχίσει να αναδύεται στην κορυφή της διαμαρτυρίας. Κάτι τέτοιο είναι αναπόφευκτο: οι μαζικές διαδηλώσεις αποκτούν πάντα έναν ιδεολογικό πυρήνα ο οποίος επικρατεί των υπολοίπων. H συνθηματολογία και τα αιτήματα της αριστεράς έχουν επικρατήσει και μέσα σε αυτό το ακομματικό κλίμα τυγχάνουν υποστήριξης από την λαϊκή δεξιά. Ήταν αναπόφευκτο ότι η νοσούσα ελληνική αριστερά με την πείρα που έχει στις κινητοποιήσεις θα είχε δυσανάλογη επιρροή στην εξέλιξη του κινήματος. Ενώ όμως είναι νομοτελειακό ότι μία ομάδα θα ηγηθεί ενώ πολύμορφου κινήματος διαμαρτυρίας, του οποίου οι συμμετέχοντες μπορεί να μην έχουν τίποτα κοινό μεταξύ τους εκτός από μία κοινή επιθυμία για μια νέα πολιτική πραγματικότητα, είναι εξαιρετικά απογοητευτικό (και αυτός είναι ο επιεικής χαρακτηρισμός) το  πολιτικό περιεχόμενο το οποίο φαίνεται τελικά να έχει λάβει η διαμαρτυρία.

Οι προτάσεις είναι μαξιμαλιστικές, με γνώμονα το “και μετά βλέπουμε”. Πως είναι δυνατόν, οποιοσδήποτε έχει στοιχειώδη επαφή με την πραγματικότητα να προτείνει διαγραφή του χρέους και άμεση έξοδο από το μνημόνιο; Μπορεί κάνεις να τοποθετηθεί υπέρ ή κατά του μνημονίου ως λύση, και να αναπτύξει θέσεις για μακροπρόθεσμη μείωση του χρέους, αλλά κανείς δεν μπορεί να αμφισβητήσει ότι είναι μία πραγματικότητα που πρέπει να αντιμετωπιστεί με σοβαρές προτάσεις. Το “και μετά βλέπουμε” είναι απλώς το αναπόσπαστο κομμάτι της αυτοεικόνας του Έλληνα ως λεβέντη καταφερτζή, “επαναστατικά” διατυπωμένο. Κοινώς στην κορυφή του κινήματος βλέπουμε πολιτικές προτάσεις που δεν έχουν στόχο την προόδο, ως όφειλαν, αλλά είναι στην υπηρεσία τις συντήρησης. Η ομιλία Πελεγρίνη είναι λαμπρό παράδειγμα αυτού του είδους χυδαίου λαϊκισμού. Οι θέσεις αυτές δεν προδίδουν τον επαναστατικό τσαμπουκά των τελευταίων 30 χρόνων που μας έφερε εδώ;

Η αδυναμία εκπόνησης σαφών θέσεων δυστυχώς προδίδει μία γενιά η οποία έχει γαλουχηθεί αντιλαμβανόμενη την πολιτική ως συνεχή αντίδραση στην εξουσία και όχι ως προσπάθεια αποτελεσματικού ελέγχου της. Καταδεικνύει δηλαδή την γενικότερη σύγχυση και αναστάτωση του Έλληνα, ο οποίος δεν βλέπει την πολιτική ως την τέχνη του εφικτού, άλλα νομίζει ότι πολιτική δραστηριοποίηση είναι να κράζεις συνέχεια την “εξουσία” γιατί είναι “κακό πράγμα”. Η έλλειψη πολιτικής πείρας και η συνακόλουθη αδυναμία προσδιορισμού λυσιτελών προτάσεων είναι καταφανής.

Το κίνημα αυτή τη στιγμή βρίσκεται σε ένα σταυροδρόμι. Η πρώτη εκδοχή είναι να εκφυλιστεί η πλατεία Συντάγματος σε τσίρκο – και υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις ότι αυτό ήδη συμβαίνει. Η δεύτερη θα έχει πιο σοβαρές επιπώσεις. Η κυβέρνηση να συνεχίσει να σιωπά όσο οι συνελεύσεις τείνουν όλο και περισσότερο στα άκρα. Και σύντομα, όταν το τραβήξουν αρκετά, η κυβέρνηση  θα προσπαθήσει να διασπάσει την διαμαρτυρία επικαλούμενη κίνδυνο για την δημοκρατία. Αυτό άλλωστε έχει και ιστορικό προηγούμενο: τον Μαϊ του ’68  η κυβέρνηση Pompidou επέλεξε να περιμένει και δεν επενέβη κατά των φοιτητικών διαδηλώσεων. Τότε ορισμένοι πολιτικοί και εκρπόσωποι των φοιτητών δήλωσαν ότι η εξουσία πλέον είχε καταλυθεί και ότι ήταν θέμα χρόνου να την πάρουν οι ίδιοι. Εκμεταλευόμενος αυτό το λάθος της αριστεράς, ο De Gaulle δήλωσε ότι η χώρα ήταν προ κομμουνιστικού πραξικοπήματος και διέσπασε το κίνημα. Προφανώς η πολιτική μας πραγματικότητα είναι τελείως διαφορετική, η Ελλάδα δεν είναι προ κανενός είδους πραξικόπημα. Ο μηχανισμός πολιτική δράσης όμως είναι ακριβώς ο ίδιος. Και αν φτάσουν εκεί τα πράγματα στην Ελλάδα θα δούμε τα χειρότερα, καθώς θα δραστηριοποιηθεί όλο το φάσμα της “αφρόκρεμας” του ελληνικού λαϊκισμού, από τα αριστερά ως και τα δεξιά, που ως τώρα είχε μείνει απέξω.

Ο κύκλος της βίας

Η Ελλάδα  έζησε τραγικές στιγμές. Ένας άνθρωπος μαχαιρώθηκε στο κέντρο της Αθήνας, ένας 30χρονος είναι στην εντατική από χτύπημα από γκλομπ και ένας μετανάστης είναι νεκρός, θύμα ακροδεξιών. Παράλληλα κυκλοφορούν δημοσιεύματα ότι άγνωστοι επιτέθηκαν σε αστυνομικούς στο Κρατικό Νίκαιας.

Η πολιτική ευθύνη για τα κρούσματα βίας από πλευράς των ΜΑΤ είναι σαφής και ο Χρήστος Παπουτσής πρέπει να παραιτηθεί, ειδικά εφόσον σε ανάλογα περιστατικά το ΠΑΣΟΚ ζητούσε παραίτηση Πολύδωρα.  Δύο video από τις διαδηλώσεις μπορείτε να δείτε παρακάτω:

 

 

 

Δυστυχώς ήταν αναμενόμενο και επόμενο να φτάσουμε εδώ. Όταν η νομιμότητα καταρρέει οι αυτόκλητες ομάδες επιβολής κάθε λογής δικαίου “ανθούν”. Μόνο που το δίκαιο που προσπαθούν να επιβάλουν είναι το δίκαιο τους – δηλαδή το δίκαιο της εκάστοτε ομάδας που εκπροσωπούν. Πρόκειται για τον κατακερματισμό της κοινωνίας: Τα Χρυσά Αυγά, οι αναρχοτσαμπουκάδες, οι ακροδεξιοί και τα λοιπά δίποδα είναι όψεις του ίδιου νομίσματος: είναι προϊόντα της απονομιμοποίησης του κράτους και της επικράτησης του δικαίου του ισχυρού.

Θα απαιτήσει η Τρόικα από τον Σαμαρά να υπογράψει το μνημόνιο;

Η Παραπολιτική αναδημοσιεύει ρεπορτάζ του reporter.gr, σύμφωνα με το οποίο η Τρόικα αναμένεται να ζητήσει συνυπογραφή του μνημονίου από τον Αντώνη Σαμαρά. Σύμφωνα με το ίδιο δημοσίευμα του reporter.gr συζητείται η τοποθέτηση επιτρόπων στα υπουργεία προκειμένου να προχωρήσουν οι μεταρρυθμίσεις.

Αν ισχύουν τα παραπάνω, είναι λυπηρά νέα. Αφενός είναι λυπηρό ότι η συναίνεση στην ελληνική πολιτική σκηνή πρέπει να επιβληθεί έξωθεν, καθότι φαίνεται ότι οι πολιτικοί μας δεν μπορούν να συμφωνήσουν, έστω σε ένα μίνιμουμ. Από την μία έχουμε το βαθύ ΠΑΣΟΚ το οποίο επιδιώκει την συντήρηση με κάθε τρόπο, και από την άλλη έχουμε την Ν.Δ. που πολώνει και λαϊκίζει καθώς πιστεύει ότι δεν έχει να πληρώνει πολιτικό κόστος. Για τα μικρά κόμματα τις αριστεράς ας μην μιλήσουμε καλύτερα (Τσίπρες κλπ). Είναι επιπλέον λυπηρό ότι πρέπει να υποστούμε την ταπείνωση των τοποτηρητών, προκειμένου να προχωρήσουν μεταρρυθμίσεις τις οποίες η κυβέρνηση αδυνατεί να περάσει.

Αν είναι έγκυρο το δημοσίευμα, ο κ. Σαμαράς θα βρεθεί σε δύσκολη θέση καθώς μέχρι σήμερα μπορούσε να διεκδικεί τον ρόλο του εθνοσωτήρα χωρίς πολιτικό κόστος – εξού και οι αστειότητες περί μηδενισμού του ελλείμματος και άλλα ευφάνταστα. Αν ο Α. Σαμαράς κληθεί υπογράψει το μνημόνιο οι δηλώσεις του αποκτούν πλεόν άλλη βαρύτητα, καθώς θα έχουν πολιτικές συνέπειες. Καθώς είναι αδύνατο να καταψηφίσει το μνημόνιο είναι ενδιαφέρον να δούμε πως θα προχωρήσει. Εκτιμούμε ότι αν όντως κληθεί να υπογράψει, θα κρατήσει αρχικά σκληρή στάση για να  ισχυριστεί τελικά ότι προσπάθησε για καλύτερους όρους αλλά είναι πολύ αργά στο παιχνίδι για αλλαγές – η κυβέρνηση μας έχει ήδη καταδικάσει.

Ο δρόμος προς την κόλαση…

Νομίζω ότι όποιος παρακολουθεί ειδήσεις αυτές τις μέρες πρέπει πραγματικά να έχει αηδιάσει.

Στην Κερατέα συνεχίζεται το αντάρτικο, με μολότοφ να σκάνε σε σπίτια και ορύγματα να ανοίγονται στους δρόμους. Την ίδια μέρα ο επιστήμονας, ετών 83ων, που ανακάλυψε το DNA δέχεται επίθεση από δίποδα που αυτο-αποκαλούνται επαναστάτες στην Πάτρα, ενώ δύο άτομα καταλήγουν στο νοσοκομείο στους Αγ. Αναργύρους. Τις προάλλες κάποιος πυροβολήθησε έναν ελεγκτή επειδή τον κατέβασε από το λεωφορείο γιατί δεν είχε εισητήριο. Αυτή είναι η επικαιρότητα, όμως τα περιστατικά αυτά έχουν πλούσια παράδοση στην Ελλάδα. Απλώς έχουν πυκνώσει και αυξηθεί σε ένταση λόγω της κρίσης.

Παρακολουθώ αυτή τη χώρα η οποία στην δίνη της κρίσης προσπαθεί να αποφασίσει προς τα που θα κατευθυνθεί και πως θα κάνει τις αναγκαίες αλλαγές. Από την μία έχουμε τους θιασώτες της επαναστατικής λογικής και της βίας, και τους ευκαιριακούς τους συμμάχους οι οποίοι κατ’ εμέ χρησιμοποιούν την επαναστατική ρητορική απλώς ως πρόφαση στην υπηρεσία της συντήρησης (“θα ματώσουμε”, απειλούσε ο Φωτόπουλος της ΔΕΗ, ενώ το δεν πλήρωνω ορισμένα διόδια μετατράπηκε σε “δεν πληρώνω γενικώς”). Από την άλλη έχουμε αυτούς που ενώ έχουν πολλές ενστάσεις στο τρόπο με τον οποίο λειτουργεί το σύστημα και διαφωνούν μεταξύ τους στις λύσεις, συμφωνούν σε ένα πράγμα: ότι η  λογική της επαναστατικής αλλαγής όπως αυτή εκφράζεται δεν είναι λύση. Είμαι και εγώ ένας από αυτούς.

Ο λόγος δεν είναι ότι θεωρώ ότι η χώρα δεν χρειάζεται αλλαγές. Χρειάζεται αλλαγές, ριζικές αλλαγές. Ο λόγος είναι ότι δεν έχω καμία ψευδαίσθηση ως προς το τι σημαίνει επανάσταση, και πως με την πρόφαση της ανατροπής στο όνομα κάποιων απροσδιόριστων ιδανικών η ριζική ανατροπή του συστήματος εκφυλίζεται πολύ σύντομα σε μία κατάσταση τυφλής βίας στο όνομα των ιδανικών αυτών. Μην πάτε μακριά: οι κάφροι στην Πάτρα στο όνομα αντιρατσιστικών ιδανικών πήγαν να δείρουν τον Watson. Και μην αμφιβάλετε: σε περίπτωση που γίνουμε μία απέραντη ρωμαϊκή αρένα, όπως πολλά από τα πρωτοπαλίκαρα των αντιεξουσιαστών και εξωκοινοβουλευτικών ονειρεύονται, αυτοί οι ανεγκέφαλοι θα αποτελέσουν την “πρωτοπορία”.

Ναι, κάθε φορά που ακούω για τις μίζες, τα υποβρύχια, και τους εφοριακούς και πολιτικούς με εκατομμύρια σε offshore λογαριασμούς μου ανεβαίνει το αίμα στο κεφάλι. Όταν βλέπω στην TV τον Τσοχατζόπουλο, τον Παυλόπουλο, τους συνδικαλιστές της ΔΕΗ, τα διάφορα λαμόγια-παράγοντες, τους κρατικοδίαιτους επιχειρηματίες, τους ακροδεξιούς παπάδες και όλο αυτό το συρφετό επίσης μου ανεβαίνει το αίμα στο κεφάλι. Συνθέτουν το παζλ της παρακμής μας. Δεν διανοούμαι όμως να πιάσω ένα καδρόνι να δείρω αυτούς με τους οποίους διαφωνώ, όποιοι και αν είναι αυτοί. Πρώτον γιατί οι συνειδήσεις δεν αλλάζουν με τα καδρόνια. Δεύτερον γιατί πιστεύω ότι ο πολιτισμός δεν είναι α λα κάρτ. Δεν πιστεύω δηλαδή ότι τώρα δέρνω και καταστρέφω και όταν ξημερώσει η άνοιξη της ουτοπίας θα είμαι ξαφνικά άνθρωπος που θα εργάζεται ειρηνικά σε αρμονία με τους συνανθρώπους του.

Γι αυτό εφηύραμε την δημοκρατία: έτσι ώστε να μπορούμε να κάνουμε πολιτικές τομές, να δρομολογούμε αλλαγές και να επιλύουμε πολιτικές διαφορές χωρίς αυτές να μετατρέπονται σε μάχες εξόντωσης όπου το τίμημα είναι το κεφάλι των εμπλεκομένων. Για να κάνεις όμως τομές χρειάζεται δουλειά και ζυμώσεις. Οι τομές δεν γίνονται ούτε με επαναστάσεις του χαβαλέ ούτε με πορείες και συνθήματα χωρίς πρόταση. Η ελληνική δημοκρατία έχει πολλά θεσμικά προβλήματα: ατελής διαχωρισμός των εξουσιών, έλλειψη διαφάνειας και μηχανισμών λογοδοσίας και άλλα πολλά. Όμως, είτε μας αρέσει είτε όχι, κοινοβούλιο έχουμε, και μέσω αυτού πρέπει να λύσουμε τα προβλήματα μας. Η εναλλακτική είναι χειρότερη, πολύ χειρότερη. Γιατί όταν επικρατήσει η ανομία και η αυθαίρετη βία τότε πραγματικά παίζονται τα κεφάλια όλων αδιακρίτως.

 

Η κρίση και η δημοσκοπική άνοδος του ΛΑΟΣ

Έχει ξεκινήσει στην μπλογκόσφαιρα μία γόνιμη συζήτηση σχετικά με την δημοσκοπική άνοδο του ΛΑΟΣ μετά την δημοσίευση του τελευταίου πολιτικού βαρόμετρου της Public Issue. Ορισμένοι γράφουν ότι για την άνοδο ευθύνεται η αποδιοργάνωση της αριστεράς, ενώ άλλοι λένε ότι φταίνε μεταξύ άλλων τα ΜΜΕ που προβάλουν τα στελέχη των κομμάτων αυτών. Εμείς μάλλον βρισκόμαστε κάπου στο ενδιάμεσο.

Καταρχήν σαφή ρόλο παίζει η οικονομική κρίση. Οι κρίσεις ωθούν τις κοινωνίες προς τα άκρα, είτε το αριστερό είτε το δεξίο (και αν το σκεφτεί κανείς αυτά τα δύο δεν διαφέρουν τόσο πολύ μεταξύ τους). Οι δημαγωγοί βρίσκουν ευκαιρίες στις κρίσεις, και υπό αυτή την έννοια η δημοσκοπηκή άνοδος του Καρατζαführer είναι μία από τις συνιστώσες της περιόδου που διανύει η Ελλάδα.

Η κρίση διογκώνει δύο ήδη υπάρχοντα χαρακτηριστικά του νεοέλληνα: τα φοβικά σύνδρομα και την συνωμοσιολογία. Παντού η συνομωσιολογία δρα αγχολυτικά: όταν το άτομο νιώθει ότι δεν μπορεί να βελτιώσει την ζωή του λόγω π.χ. πολιτικών συγκυριών, η πεποίθηση ότι κάποιος κινεί τα  νήματα το απαλάσει από τις ευθύνες του, αφού κάποια μεγαλύτερη δύναμη ελέγχει τον κόσμο – δύναμη απέναντι στην οποία το ίδιο το άτομο είναι ανήμπορο. Στην Ελλάδα το φαινόμενο είναι πιο οξύ καθώς η χώρα δεν έχει παράδοση νεωτερικού κράτους οργανωμένου σε ορθολογική βάση, και συνπεώς ο δομημένος διάλογος και η ορθολογική κριτική της δημόσιας ζωής δεν ευδοκιμεί. Τα κόμματα των άκρων, τα οποία βρίσκουν ακόμα πιο πρόσφορο έδαφος σε καιρούς κρίσης, επιτείνουν αυτές τις τάσεις. Ένα σημαντικό ποσοστό Ελλήνων συμφωνεί οταν το ΚΚΕ δημοσιεύει την τελευταία του συνωμοσία του κεφαλαίου και των ιμπεριαλιστών, ακόμα αυτή και αν αυτή δεν ευσταθεί σε λογική ανάλυση.Ένα επίσης σημαντικό  ποσοστό των Ελλήνων φαίνεται ότι συμφωνεί όταν ο Καρατζαführer λέει ότι φταίνε οι μετανάστες για τα προβλήματα της χώρας. Με την βοήθεια των διάφορων Καρατζαführer λανθάνουσες ρατσίστικες πεποιθήσεις και παράνοιες βγαίνουν στην επιφάνεια λόγω γενικού αισθήματος ανασφάλειας που επικρατεί.

Ο Καρά-Τζαφέρ (όπως τον αποκαλεί ο Ροΐδης σε ένα σπαρταριστό άρθρο που θα βρείτε εδώ) ντύνει το ρατσιστικό του ιδεολόγημα με μετριοπαθείς και λογικοφανείς πολιτικές προτάσεις. Εξάλλου, για το ρόλο του ακραίου έχει τον Άδωνι. Δυστυχώς, ο Καρατζαφέρης ξέρει πολιτικό σκάκι. Ενδεχομένως, αυτό να μην ήταν μεγάλο πρόβλημα αν η ΝΔ ήξερε πολιτικό σκάκι, και είχε σοβαρή διανόηση. Αλλά δεν έχει τίποτε από τα δύο και προσπαθεί να προσεταιριστεί το πρόγραμμα του ΛΑΟΣ, χωρίς να φαίνεται ρατσιστική. Γι’ αυτό δεν κάνει σοβαρή αντιπολίτευση και καταλήγει να φαίνεται ο Καρά Τζαφέρ πιο λογικός από το μεγαλύτερο δεξιό κόμμα της χώρας (!).

Τα ΜΜΕ όντως προβάλουν τα στελέχη του ΛΑΟΣ. Ενδεχομένως αυτό να έχει συμβάλει στην αυξημένη (και αυξανόμενη;) δημοτικότητα του κόμματος. Όμως, δεν πιστεύω ότι είναι η μείζων αιτία της αύξησης αυτής. Τα δελτία ειδήσεων των ιδιωτικών ΜΜΕ δεν διαμορφωνουν μόνο την κοινή γνώμη, είναι και αγορές ιδεών: παράγουν ότι ο κόσμος ζητάει. Το αν αυτή η αγορά οδηγεί σε έναν αγώνα προς τα κάτω, αυτό είναι άλλη κουβέντα…

 

Υπατία: Το.. τέλος της αρχής για το μεταναστευτικό;

Κυβέρνηση και «αλληλέγγυοι» διαγκωνίστηκαν την περασμένη εβδομάδα για να καρπωθούν τη νίκη για τη λήξη της απεργίας πείνας των 300. Αλλά αυτό που τους διαφεύγει είναι πως νίκη δεν υπήρξε. Και οι δύο έχασαν, διότι μπήκαν σε μία πορεία μετωπικής σύγκρουσης η οποία, εν τέλει, αυτό που ανέδειξε δεν ήταν παρά το έλλειμα στρατηγικής και τον πολιτικό ερασιτεχνισμό τους.

Οι μεν «αλληλέγγυοι» εμμένοντας στις μαξιμαλιστικές διεκδικήσεις απέκοψαν κάθε εναλλακτική οδό επίλυσης, με αποτέλεσμα να βρεθούν σε διαφορετική τροχιά από τους απεργούς πείνας, όταν οι τελευταίοι υποδέχτηκαν με πανηγυρισμούς την «μερική ικανοποίηση των αιτημάτων τους». Ταυτόχρονα, στο διάστημα από την κατάληψη της Νομικής μέχρι τη λήξη της απεργίας διαφάνηκαν και τα όρια της κοινωνικής ανοχής στην «εδώ και τώρα» ικανοποίηση αιτημάτων, όταν αυτά τίθενται κατά τρόπο εκβιαστικό και αλυσιτελή, αλλά και στην προσπάθεια να καπηλευτούν ορισμένοι τον αγώνα των μεταναστών. Πιθανόν στο τέλος οι «αλληλέγγυοι» φοβήθηκαν πως ένας νεκρός δε θα βάραινε μόνο την πλάτη της κυβέρνησης, αλλά και τους ίδιους και τους πολιτικούς φορείς που τους υποστήριξαν. Έτσι κέρδισαν ελάχιστα σε σχέση με τις αρχικές διακυρήξεις τους.

Η δε κυβέρνηση εκτέθηκε πολλαπλώς διαπράττοντας συνεχόμενα λάθη. Επέδειξε αμφισημία, χωρίς να διατηρήσει μία σταθερή και ενιαία γραμμή, ενώ προβαίνοντας σε παραχωρήσεις άφησε το περιθώριο να ερμηνευτεί η στάση της ως υποχωρητική. Αντιμετώπισε τα αιτήματα ως συνολικά και έπαιξε το παιχνίδι με τους όρους που είχαν θέσει άλλοι. Και πάνω από όλα προέβη σε βεβιασμένες νομικές ρυθμίσεις, χωρίς να προηγηθεί έρευνα και  διάλογος ώστε να χαρακτεί μία συνολική πολιτική.

Αποτέλεσμα του όλου ερασιτεχνισμού ήταν να καθηλωθεί η δημόσια συζήτηση στην μορφή της αντιπαράθεσης αντί να καταπιαστεί με την ουσία του προβλήματος, δηλαδή με το μεταναστευτικό συνολικά. Έτσι, πέραν κάποιων μονόστηλων και κάποιων ρεπορτάζ για τα παραπολιτικά της Υπατίας, με το ξεκίνημα της εβδομάδας αποχώρησε μαζί με τους μετανάστες και το δημόσιο ενδιαφέρον. Αντί η απεργία πείνας να αποτελέσει αφορμή για ανάληψη μακρόπνοων πρωτοβουλιών, κατέληξε στην εκτόνωση της συζήτησης με αποτέλεσμα να την αναβάλει.

 

Αριστερό brand ή αριστερή πολιτική;

Αριστερά υπήρξε ιστορικά το τμήμα εκείνο του πολιτικού φάσματος του οποίου το πρόταγμα επεδίωκε την αλλαγή ή/και ανατροπή του κονωνικο-πολιτικού status quo. Ήταν επίσης εκείνο που εισήγαγε νέες θεωρήσεις για τον κόσμο και κατ’ αντιστοιχία παρήγαγε πολιτική ανάλυση, στόχους, στρατηγικές και δράσεις -παρήγαγε δηλαδή αριστερή πολιτική. Στη σημερινή Ελλάδα η Αριστερά διαρκώς και περισσότερο φαίνεται να κατέχει τον τίτλο της τύποις μόνο.

Ο κόσμος και η κοινωνία αλλάζουν χωρίς αυτή να μπορεί να το αντιληφθεί και να το επεξεργαστεί. Πώς αλλιώς να εξηγήσουμε την πρόσκληση-πρόκληση του κ. Αλαβάνου να ακολουθήσουμε το παράδειγμα της Αιγύπτου; Από ποιά ανάλυση και σύγκριση προέκυπτε ότι υπήρχε περίπτωση το Σύνταγμα να γίνει πλατεία Ταχρίρ; Και έστω ότι όντως γινόταν: ποιούς στόχους θα εξυπηρετούσε και ποιά κοινωνία θα οικοδομούσαμε την επόμενη μέρα; Γιατί η Αριστερά δυστυχώς πέρα από εντυπωσιακές και γενικόλογες διακυρήξεις ελάχιστα ξέρει που θέλει να πάει και με ποιά στρατηγική θα το πετύχει -και ακόμα λιγότερο μπορεί να το καταστήσει σαφές στην κοινωνία.

Στο ίδιο μοτίβο κινούνται οι τακτικές και οι δράσεις της: ανακυκλώνονται και διαιωνίζονται. Η επαναστατίζουσα ρητορική και η υποστήριξη αντίστοιχων κινητοποιήσεων είναι σχεδόν αδιάφορες στα μάτια εκείνων ακριβώς, των οποίων τα συμφέροντα η αριστερά υποτίθεται ότι προασπίζει. Τα αριστερά κόμματα ελλείψει οράματος έχουν εγκλωβιστεί στις πρακτικές εκείνες που ικανοποιούν την στενή εκλογική τους βάση -ειδάλλως γιατί ο κ. Αλαβάνος έχει συρθεί στο παιχνίδι της άνευ όρων εξέγερσης, που μέχρι τώρα χαρακτήριζε τον κ. Τσίπρα; Τα γεγονότα στο Βερολίνο και το Παρίσι αποτέλεσαν μία ακόμα έκφανση της νεοελληνικής πολιτικής νοοτροπίας -στην αντίθετη κατεύθυνση από εκείνη των κυβερνώντων της τελευταίας τριαντακονταετίας, αλλά ποιοτικά όμοια. Ο χώρος της Αριστεράς εν τέλει έχει καταλήξει να μάχεται υπέρ της συντήρησης- το πλέον αριστερό στοιχείο της είναι το brand “Αριστερά”.

Αναμφίβολα, η παρούσα κοινωνική και οικονομική κρίση μπορεί να απειλήσει κοινωνικά κεκτημένα και εργασιακά δικαιώματα. Επιπλέον, η κοινωνική πόλωση και οι συνεπακόλουθες ακραίες -εκ δεξιών και αριστερών- εξάρσεις τείνουν να γίνουν καθημερινότητα. Σε αυτή λοιπόν τη συγκυρία έχουμε ανάγκη νέες ιδέες, καινούργιες προσεγγίσεις, εναλλακτικά πολιτικά προγράμματα για να καταφέρουμε να προχωρήσουμε. Χρειαζόμαστε δημιουργική αντιπαράθεση και σύνθεση ιδεών. Οδοτόμες προτάσεις για την οργάνωση της κοινωνίας μας. Στοιχεία στα οποία η αριστερά ιστορικά πρωτοστάτησε. Χρειαζόμαστε μία πραγματικά αριστερή πολιτική και όχι το αριστερό brand.

«Εκβιασμός» για ποιούς;

Τη στιγμή που όλα τα κόμματα προσδίδουν στις επερχόμενες περιφερειακές εκλογές σημασία εθνικής πολιτικής αναμέτρησης, η ανιπολίτευση σπεύδει να χαρακτηρίσει την πρόθεση του Γ. Παπανδρέου να προκυρήξει βουλευτικές εκλογές, αν το ΠΑΣΟΚ ηττηθεί, ως «εκβιασμό». Ταυτόχρονα, μία μερίδα του ΠΑΣΟΚ εμφανίζεται δυσαρεστημένη και αντίθετη σε μία τέτοια προοπτική. Η αντιπολίτευση και το «βαθύ» ΠΑΣΟΚ φροντίζουν για τα μικοπολιτικά και κομματικά τους συμφέροντα αδιαφορώντας για την κρισιμότητα της τρέχουσας πολιτικής συγκυρίας.

Διότι για να αποφύγουμε τη χρεοκοπία απαιτούνται βαθιές διαρθρωτικές αλλαγές και κυρίως πρέπει να διασπαστεί το αρτηριοσκληρωτικό σύμπλεγμα που συγκροτούν τα οργανωμένα και κρατικοδίαιτα συμφέροντα, τα οποία διαπλέκονται στα όρια μεταξύ κράτους και οικονομίας. Όποια κυβέρνηση και αν ήταν στην εξουσία, θα έπρεπε να συγκρουστεί μαζί τους. Όμως μόνο μία ισχυρή και δυναμική κυβέρνηση θα μπορούσε να φέρει και αποτελέσματα.

Σε περίπτωση που το ΠΑΣΟΚ ηττηθεί την ερχόμενη Κυριακή, το κυβερνητικό έργο θα περιέλθει σε αδιέξοδο. Η κυβέρνηση έχει ήδη χάσει η δυναμικότητά της και δυσκολεύεται να προχωρήσει στην εφαρμογή ουσιωδών μεταρρυθμίσεων και το βάρος πέφτει στην εύκολη λύση των μισθωτών, συνταξιούχων κλπ. Θα καταφέρει κάτι καλύτερο μετά από μία εκλογική αποτυχία; Ή μήπως η ΝΔ δε θα καταγγείλει την επαύριο των περιφεριακών εκλογών την πολιτική του ΠΑΣΟΚ ως αποδοκιμασμένη από το λαό; Αν το ΠΑΣΟΚ αποκομίσει ικανοποιητικά αποτελέσματα στις περιφερειακές εκλογές, έχει καλώς: ενδυναμωμένο από τη λαϊκή ψήφο θα μπορεί να προχωρήσει ταχέως. Αν όμως ηττηθεί και παραμείνει στην εξουσία, θα σταματήσουμε να τραβάμε κουπί στη μέση ακριβώς του ποταμού. Και εκεί οι εθνικές εκλογές θα είναι η μόνη λογική λύση, αν δε θέλουμε να βουλιάξουμε.

Όντως, η προσφυγή στις κάλπες είναι εκβιασμός: είναι εκβιασμός για την απροετοίμαστη αντιπολίτευση που έχει υποσχεθεί θαύματουργικούς μηδενισμούς του ελλείματος. Eίναι εκβιασμός για το «βαθύ» ΠΑΣΟΚ και τα στελέχη του που για λόγους πολιτικής επιβίωσης πρέπει να υποστηρίξουν τα πελατειακά τους δίκτυα. Kαι φυσικά είναι εκβιασμός για τα ίδια τα πελατειακά δίκτυα του πολιτικού μας συστήματος και για τα κρατικοδίαιτα συμφέροντα, που αρνούνται να συνεισφέρουν το μερίδιο που τους αναλογεί, ώστε να εξέλθει η χώρα από τη κρίση.

Το ηθικό, το νόμιμο, και το κλείσιμο της βουλής

Η κυβέρνηση έχει πολλές φορές ταυτίσει το νόμιμο με το ηθικό για να δικαιολογήσει τις επιλογές της. Εμείς πιστεύουμε ότι η ταύτιση είναι σίγουρα βολική, αλλά οπωσδήποτε λανθασμένη. Θα μπορούσε κανείς π.χ. να πει ότι είναι νόμιμο να μηνύσεις έναν πάμφτωχο ο οποίος κλέβει τρόφιμα από απελπισία. Είναι όμως ηθικό;. Είναι επείσης νόμιμο ο πρωθυπουργός να κλείσει την βουλή πριν το καλοκαίρι, ακόμα και εν μέσω σκανδάλων. Είναι όμως ηθικό;

Η κίνηση, καθόλα νομότυπη, σχεδιάστηκε έτσι ώστε να αιφνιδιάσει. Ανακοινώθηκε Παρασκευή βράδυ ώστε να μην εμφανιστεί στις σαββατιάτικες εφημερίδες, και οι αρχηγοί κομμάτων ενημερώθηκαν την τελευταία στιγμή. Η σκοπιμότητα της είναι πασιφανής – να σταματήσει η φθορά του κυβερνώντος κόμματος από τα σκάνδαλα, να μην φτάσει στην Βουλή η δικογραφία για την υπόθεση εξαγοράς της “Γερμανός”, που σημαίνει νέο σκάνδαλο, αλλά και να μην ανασυρθεί η υπόθεση Βατοπεδίου, για το οποίο προέκυψαν νέα στοιχεία.

Το μείζων θέμα που προκύπτει είναι αυτό της παραγραφής. Η κίνηση της κυβέρνησης σημαίνει ότι πιθανά αδικήματα από το 2004 εως 2007 (όλα τα σκάνδαλα της Ν.Δ. δηλαδή) παραγράφονται. Το ερώτημα είναι, γιατί να παραγράφονται; Κάτι το οποίο ήταν παράνομο το 2004, δεν είναι παράνομο πλέον; Αν κάποιος ήταν παράνομος το 2004, δεν είναι παράνομος μετά το 2007; Εφόσον δεν υπάρχει νέος νόμος, ή δεν έχει προκύψει μία νέα κοινωνική κατάσταση που να καθιστά παλιότερους νόμους ανεφάρμοστους, αλλά αντιθέτως, ο κόσμος απαιτεί ολοένα και περισσότερο διαφάνεια και τιμωρία των υπευθύνων, γιατί παραγράφονται τα αδικήματα; Αξίζει επίσης να σταθούμε λίγο στον “νόμο περί ευθύνης υπουργών”, ο οποίος πρακτικά μεταφράζεται σε “ασυλία υπουργών”. Στην περίπτωση της εξαγοράς της “Γερμανός” (όπως και σε όλες τις προηγούμενες), η δικογραφία στάλθηκε στην Βουλή γιατί προέκυψαν στοιχεία  εις βάρος πολιτικών προσώπων. Άρα λοιπόν, οι βουλευτές για τους οποίους προέκυψαν στοιχεία θα καλούνταν να κριθούν από το ίδιο τους το κόμμα. Η έλλειψη ελέγχου είναι καταφανής -  οι βουλευτές της πλειοψηφίας ψηφίζουν αν κάποιος “δικός τους” πρέπει να παραπεμφθεί.

Το χειρότερο είναι ότι η Βουλή δεν έκλεισε για να μην παραπεμφθούν υπουργοί. Αυτοί λόγω του ισχύοντος νόμου απολαμβάνουν de facto ασυλίας. Όταν οι υπεκφυγές εξαντλήθηκαν, και η κατάσταση για τη κυβέρνηση έγινε πολιτικά επικίνδυνη, αυτή  έπαιξει με τους θεσμούς για να διακόψει δια παντός την επιζήμια γι αυτήν συζήτηση: Το (νομότυπο) κλείσιμο της βουλής μαζί με την παραγραφή πρακτικά σημαίνει ότι συζήτηση δεν θα γίνει ούτε στο μέλλον για αυτά τα θέματα. Η κυβέρνηση επέλεξε να κλείσει την βουλή με το μάτι στις εκλογές ώστε να μην ζημιωθεί – ως όφειλε – από τα κακώς πεπραγμένα της.

Όλα αυτά δείχνουν ότι η στρατηγική της κυβέρνησης είναι να χειριστεί την διαφθορά ως θέμα κατεξοχήν πολιτικό, και όχι δικαστικό – το οποίο στην πραγματικότητα είναι: κάποιοι παρανόμησαν, έχουν προκύψει στοιχεία εις βάρος τους και δεν παραπέμπονται. Στην συγκάλυψη που επιχειρεί ο κ. Καραμανλής, χειρίζεται πολιτικά θεσμούς των οποίων την ακεραιότητα θα έπρεπε να σέβεται αλλά και να διαφυλάσσει. Αν η Βουλή είναι η έδρα της δημοκρατίας, και η κυβέρνηση την κλείνει αιφνιδίως και με τρόπο αντίθετο από αυτόν που είθισται επειδή δεν την “βολεύει” το πολιτικό κλίμα, τότε παρόλο που κινείται στα πλαίσια του νόμιμου, κινείται και στην σφαίρα του ανήθικου.

Κόμμα Über Alles

Συνεχίζουμε με τρίτο άρθρο για την υπόθεση Παυλίδη, γιατί, όπως έχουμε πει και σε προηγούμενο ποστ, θεωρούμε ότι αναδεικνύει πολλές προβληματικές πτυχές του πολιτικού μας συστήματος.

Την ημέρα της ψηφοφορίας (την προηγούμενη Δευτέρα) ακούστηκαν στα δελτία ειδήσεων πράγματα τα οποία κανονικά θα έπρεπε να έχουν προκαλέσει έντονο σχολιασμό και αντιδράσεις. Αυτό όμως, δεν έγινε, και οδηγείται κανείς να συμπεράνει ότι ο δημόσιος διάλογος στην χώρα έχει φτάσει σε τέτοιο επίπεδο, που έχουμε όλοι αναισθητοποιηθεί ακόμα και στα πιο παράλογα και φαιδρά επιχειρήματα που εκφέρονται. Πράγματα ενάντια σε κάθε λογική, περνάνε απαρατήρητα και θεωρούνται συνηθισμένα.

Στο βραδινό δελτίο ειδήσεων του MEGA την προηγούμενη Δευτέρα, προβλήθηκε ρεπορτάζ με θέμα την ψηφοφορία στην Βουλή για την παραπομπή του Αριστοτέλη Παυλίδη (μπορείτε να το δείτε σε αυτό το link, στο clip με τίτλο “Απόψε η ψηφοφορία για Παυλίδη στη Βουλή”). Στο ρεπορτάζ ακούστηκαν δύο αξιοσημείωτα πράγματα. Το πρώτο, από τον κ. Μανούση, ο οποίος δωροδόκησε και εκβιάστηκε (λέει ο ίδιος) από τον κ. Παυλίδη, και το δεύτερο απο βουλευτή της Ν.Δ. Ο κ. Μανούσης, δήλωσε ότι “έχοντας [...] και κομματική συνείδηση πήγα εκεί που έπρεπε να πάω την υπόθεση (σ.σ. στην κομματική ηγεσία της Ν.Δ.), δεν πήγα στον εισαγγελέα”. Ο δημοσιογράφος, τον διακόπτει και τον ρωτάει γιατί δεν κατέθεσε μηνυτήρια αναφορά κατά του κ. Παυλίδη. Ο Μανούσης απαντάει με απόλυτη φυσικότητα “γιατί πιστεύω ότι τα θέματα της πολιτικής σήψης αντιμετωπίζονται από τις ηγεσίες των κομμάτων και όχι από τους εισαγγελείς”. Από που να πρωτοξεκινήσει κανείς. Κατά πρώτο λόγο, ποινικά κολάσιμη δεν είναι μόνο η δωροληψία, αλλά και η δωροδοκία. Αρα, ο κ. Πανούσης έπρεπε να έχει επίσης παραπεμφθεί. Επιπλέον, η δήλωσή του ότι έχει κομματική συνείδηση ίσως να μην ήταν τόσο κραυγαλέα από μόνη της – όλοι έχουμε δικαίωμα να έχουμε κομματική συνείδηση. Όταν όμως κανείς παραδέχεται ότι πήγε στο κόμμα να του λύσει τα προβλήματα που είχε με κάποιον διεφθαρμένο, εμμέσως παραδέχεται ότι έχει συναλλαγές με το κόμμα, όπως επίσης και ότι αυτές οι συναλλαγές είναι παράνομες.  Κάτι για το οποίο αν είχαμε κάποιες αμφιβολίες, ο κ. Μανούσης αφαίρεσε και την τελευταία. Εμμέσως πλην σαφως  παραδέχτηκε ότι απευθύνθηκε στην ηγεσία του κόμματος για να μην παραπεμφθεί το θέμα στην δικαιοσύνη και δημιουργηθεί πρόβλημα στην Ν.Δ., αλλά και στον ίδιο, αφού η δωροδοκία είναι παράνομη. Η κομματική συνείδηση είναι απλώς μία (βολική) γαρνιτούρα. Εμείς πιστεύουμε, αντίθετα με τον κ. Μανούση, ότι κανείς δεν είναι πάνω από την δικαιοσύνη, και σίγουρα όχι τα κόμματα. Γιατί τα κόμματα εκπροσωπούν τον πολίτη, και για να το κάνουν συγκεντρώνουν εξουσία. Η εξουσία είναι απαραίτητο συστατικό της διακυβέρνησης, όμως πρέπει να ελέγχεται αποτελεσματικά, ακριβώς γιατί η συγκέντρωση δύναμης φέρνει διαφθορά. Και ο έλεγχος δεν μπορεί σίγουρα να γίνεται από το κόμμα το ίδιο (κανείς δεν αυτο-ασυνομεύεται). Γίνεται από την δικαιοσύνη. Συνεπώς, η σήψη αντιμετωπίζεται από τους εισαγγελείς, και όχι από τους κομματάρχες. Ο κ. Μανούσης, ίσως αθέλητα, περιέγραψε σαφέστατα και με αφοπλιστική ειλικρίνια την κομματική πραγματικότητα.

Στο ίδιο δελτίο ειδήσεων, βουλευτής της Ν.Δ. δήλωσε ότι “ελπίζουμε ότι ο κ Παυλίδης θα θυμηθεί το χρέος του στο κόμμα”. Κοινώς, τώρα που σώθηκες με τις πλάτες του κόμματος (το οποίο κατά τα άλλα ψήφισε κατά συνείδηση), το οποίο το ίδιο παραπαίει, παραιτήσου.  Δεν ξέρουμε αν ο κ. Παυλίδης σκοπεύει να παραιτηθεί ή όχι. Αυτό που είναι ξεκάθαρο είναι ότι  έκανε τον πολιτικό υπολογισμό του: το κόμμα του θα χάσει στον επόμενο εκλογικό κύκλο, και το ξέρει. Έσωσε τον εαυτό του, γιατί σίγουρα πιστεύει ο ίδιος θα επανεκλεγεί.  Αν πίστευε ότι δεν θα ξαναεκλεγεί θα παραιτούνταν αμέσως και θα ξανάβαζε υποψηφιότητα, για να πείσει για την ευσυνειδησία του.

Από τα παραπάνω προκύπτουν δύο θέματα. Το πρώτο είναι ότι, τελικά, ο κόσμος πληρώνει το κόστος των ιδιωτικών συναλλαγών διεφθαρμένων βουλευτών, οι οποίοι καταλαμβάνουν δημόσιες θέσεις προς ίδιον όφελος , και όχι για να υπηρετήσουν το κοινό καλό. Στην προκείμενη, λόγω των συναλλαγών εφοπλιστών-Παυλίδη πολλά νησιά έχουν μείνει χωρίς αξιοπρεπή εξυπηρέτηση. Το δεύτερο θέμα είναι το κριτήριο με το οποίο ψηφίζει μία μεγάλη μερίδα Ελλήνων: την παροχή-ρουσφέτι και όχι το πρόγραμμα του κάθε υποψηφίου. Κάθε υποψήφιος δύναται να φτιάξει τον “κομματικό στρατό” του, ο οποίος εξαγοράζεται με αντάλλαγμα δημόσιες θέσεις και μαύρο χρήμα. Γι αυτό και ο κ. Παυλίδης θα ποντάρει στην επανεκλογή του και παραμένει. Έχει φτιαξει τον στρατό του.

Εμείς, έχουμε υποστηρίξει και αλλού, πιστεύουμε ότι αυτό είναι μαφιόζικο πρότυπο λειτουργίας. Ποιά είναι η εναλλάκτική; Πιστεύουμε ότι για κάθε βολεμένο που εξυπηρετεί κάποιον βουλευτή-προστάτη, υπάρχει κάποιος που ενδιαφέρεται για την πρόοδο της χώρας του, και συνεπώς ψηφίζει πολιτικές προτάσεις και όχι πρόσωπα. Αρκεί αυτοί να οργανωθούν και να αποκτήσουν φωνή. Γιατί τελικά στην χώρα μας, πολλοί πιστεύουμε ότι μπορούμε κάτι καλύτερο, αλλά λίγοι το εκφράζουμε. Γιατί;