Archive for the 'Αριστερά' Category

Σοσιαλδημοκρατία, τότε και σήμερα

Σε ένα ποστ του ο Ανέστης αναρωτίεται για τις αιτίες της δημοσκοπικής ανόδου του ΛΑΟΣ, και την ταυτόχρονη αμηχανία της αριστεράς. Γράφει ο Ανέστης:

 

Φυσικά ο Καρατζαφέρης είναι γνωστός καιροσκόπος και πολιτικός τυχοδιώκτης. Το να αποφασίσουμε όλοι μαζί οτι η ρητορία του και η στάση του είναι σχεδιασμένες για ψηφοθηρικούς λόγους στη βαθμιαία συντηρητικοποιούμενη ελληνική κοινωνία είναι το εύκολο.

Η δύσκολη εξίσωση όμως τώρα είναι να εξηγήσουμε πως η αριστερά που αποτελεί και το φυσικό καταφύγιο της διαμαρτυρίας των αδικημένων, φαίνεται να ξεμένει απο καύσιμα στην δημοσκοπική ανηφόρα.

 

Ο Khlysty γράφει:

[…] η παραδοσιακή Δεξιά ήταν πάντα κάπως σαν ένας “πατερούλης”: έβλεπε το Κράτος ως κτήμα της και τους πολίτες τους αντιμετώπιζε με πατερναλισμό […]

Και μετά ήρθε η Θάτσερ.

Κάπου εκεί, η Δεξιά αλώθηκε από τους νεοφιλελεύθερους και το πράμα στράβωσε χοντρά. Η Δεξιά σταδιακά έπαψε να είναι ο πατερούλης που μας προστάτευε και έγινε ένας άκαρδος γονιός που πέταγε τα παιδιά του έξω από το σπίτι, μπορούσαν-δε μπορούσαν να ζήσουν μόνα τους. Επίσης, κρατούσε για πάρτη της το εξοχικό, αλλά τη βασική κατοικία την έδινε κοψοχρονιά σε ξένους, διότι αυτή δεν μπορούσε άλλο να τη συντηρεί.

 

Είναι εξαιρετικά επίκαιρη η συζήτηση αυτή.

Εμείς νομίζουμε ότι οι παθογένειες της αριστεράς στην Ελλάδα οφείλονται ισόποσα σε ενδογενείς παράγοντες, όσο και σε εξωγενείς. Οφείλονται δηλαδή και στην εγχώρια νοθεία της αριστερής ιδεολογίας, αλλά και στην ιδεολογική κρίση της στο ευρωπαϊκό επίπεδο.

Στην Ελλάδα νομίζω ότι η ίδια η αριστερά σπίλωσε το πρόγραμμα της (κοινωνικό κράτος, αλληλεγγύη κλπ). Το ισχυρότερο επιχείρημα για δεξιές στροφές το δίνει η κατάντια των θεσμών-οχυρών της αριστεράς: αρκεί να δει κανείς πως κατάντησαν τα συνδικάτα και οι διοικήσεις (με την συνενοχή όλων των κυβερνήσεων) την Ολυμπιακή, ή τις ΔΕΚΟ. Φυσικά όταν οι επιχειρήσεις αυτές ιδιωτικοποιούνται όλοι φωνάζουν για νεοφιλελεύθερο ξεπούλημα, αλλά αυτοί οι ίδιοι δεν είχαν φροντίσει να μην φτάσουν τα πράγματα στο σημείο να χρειαστούν ιδιωτικοποίησεις.

Παράλληλα οι λαϊκιστές της ακροδεξιάς κερδίζουν έδαφος και κατορθώνουν να λειτουργούν ως βαλβίδες εκτόνωσης της δυσαρέσκειας του κόσμου, εφευρίσκοντας αποδιοπομπαίους τράγους και στρέφοντας την μήνη του εναντίων κάθε λογής φανταστικού εχθρού. Η ευρωπαϊκή αριστερά κοιτάει αμήχανη ενώ η κοινωνία ρέπει προς τα άκρα – είτε το ακροδεξιό, είτε το ακροαριστερό. Το πολιτικό της σκέλος δεν έχει εκφράσει πρόγραμμα, γιατί δεν ακούει την σοβαρή διανόηση της.  Και εκεί που η ευρωπαϊκή αριστερά είναι αμήχανη, η ελληνική αριστερά απλώς κωφεύει. Αντί να μάχεται για τον μεσαίο χώρο, μάχεται την λάθος μάχη με επαναστάσεις του χαβαλέ. Η αδυναμία της ελληνικής αριστεράς να ορθώσει λόγο είναι παρόμοια με της ευρωπαϊκής από την άποψη ότι και αυτή δεν ακούει την διανόηση της. Αλλά η ελληνική έχει το επιπρόσθετο πρόβλημα ότι από παραγωγός προοδευτικής πολιτικής έχει γίνει υπέρμαχος της απόλυτης συντήρησης και ενίοτε και της αντίδρασης.

Η κρίση της αριστεράς σχετίζεται επίσης με συστημικές αλλαγές που έχουν επέλθει από την χρυσή εποχή της σοσιαλδημοκρατίας, (δεκατετίες 1950 και 1960). Μετά τον Β’ Παγκόσμιο η Ευρώπη γνώρισε πληθυσμιακή έκρηξη και ταχεία οικονομική ανάπτυξη, βασισμένη κυρίως στην ανειδίκευτη εργασία. Οι αυξήσεις παραγωγικότητας ήταν ανάλογες με αυτές της πληθυσμιακής αύξησης, και η πίτα μεγάλωνε με αυξανόμενο μέρισμα για όλους. Αυτό αποτέλεσε γόνιμο έδαφος για προοδευτικά μέτρα και το κράτος πρόνοιας cradle-to-grave. Με την συναίνεση της δεξιάς τα κεκτημένα αυτά έγιναν ρήτρα του μεταπολεμικού κοινωνικού συμβολαίου. Οι συστεμικοί παράγοντες σήμερα λειτουργούν προς την αντίθετη κατεύθυνση. Ο πληθυσμός της Ευρώπης γηράσκει ταχέως και το προσδόκιμο ζωής έχει αυξηθεί (άρα τα ταμεία δεν έχουν τις ίδιες “αντοχές”). Σταδιακά άλλαξε η σύσταση της εργασίας από ανειδίκευτη σε ειδικευμένη με όλες τις συνεπακόλουθες αναδιαρθρώσεις στον εργασιακό τομέα. Οι ρυθμοί ανάπτυξης των ευρωπαϊκών οικονομιών επιβραδύνθηκαν την δεκαετία ’70, και γνωρίσαμε τον συνδυασμό ύφεσης/πληθωρισμού . Γι αυτό δεν ήταν υπαίτια η δεξιά, η δεξιά ήταν η απάντηση. Σε αυτό διαφωνώ με τον Khlysty: η Θάτσερ (παρόλο που το ιδεολόγημα της δεν μου είναι καθόλου συμπαθές) έκανε αυτό που κανείς άλλος δεν τόλμησε να κάνει σε μία εποχή που το κράτος δεν μπορούσε να στηρίξει το προηγούμενο επίπεδο δαπανών.

Όμως από το 1990 μέχρι σήμερα έχει αλλάξει και η δομή του διεθνούς συστήματος. Η πτώση της σοβιετικής ένωσης αφενός έριξε τον σοσιαλισμό σε ανυποληψία και αφετέρου έδωσε την ευκαιρία στην δεξιά να μετακινηθεί προς το κέντρο. Η δεξιά  την δεκαετία του ’90 έκανε την έξυπνη στρατηγική κίνηση να προσεταιριστεί ορισμένα από τα άρθρα πίστεως της αριστεράς, πρώτα από όλα το κοινωνικό κράτος.

Όμως όπως η φύση απεχθάνεται το κενό, έτσι απεχθάνεται το κενό και η πολιτική. Η δεξιά στον μετά-Ψυχροπολεμικό τριουμφαλισμό της ενστερνιστήκε τον άκρατο οικονομισμό και του επέτρεψε να την κουρσέψει, με αποτέλεσμα την χρηματοπιστωτική κρίση του 2008. Για εμάς η ευκαιρία της αριστεράς βρίσκεται στην παρούσα κρίση. Η κρίση αυτή (η οποία θα συνεχιστεί) αναπόφευκτα θα αναδείξει αδιέξοδα στα οποία η αριστερά θα πρέπει να δώσει απαντήσεις. Υπό αυτή την έννοια η συστημική στροφή προς τα δεξιά ενδεχομένως να δώσει νέα πνοή στην αριστερά.

 

ΓΑΠ: συμμαχία κεντρώων;

Επικροτούμε την κίνηση του Γιώργου Παπανδρέου να καλέσει την Ντόρα Μπακογιάννη και τον Φώτη Κουβέλη σε διάλογο: η κίνηση αυτή θα μπορούσε να οδηγήσει σε μία κεντρώα συνεργασία. Αν και είναι πολύ πρώιμο να κάνουμε τέτοια πρόβλεψη, μία ενδεχόμενη συνεργασία κεντρώων θα μπορούσε να έχει θετικά αποτελέσματα.

Θεμελιώδης θέση αυτού του blog είναι ότι στην Ελλάδα υπάρχει μία τάξη πολιτών η οποία δεν εκπροσωπείται. Μη βρίσκοντας έκφραση ούτε στα παραδοσιακά κόμματα της δεξιάς αλλά ούτε και της αριστεράς, και μη όντας οργανωμένη, αυτή η τάξη είναι και μη εκπροσωπούμενη.

Οι πολίτες που απαρτίζουν τον χώρο αυτό βρίσκονται εκατέροθεν του κέντρου. Συνήθως είναι νέοι επαγγελματίες μετριοπαθών πολιτικών αντιλήψεων οι οποίοι δεν ανήκουν σε παραδοσιακές συντεχνίες, ούτε στον ευρύτερο δημόσιο τομέα. Κοινό τους γνώρισμα είναι ότι απεχθάνονται το κομματικό κράτος, την αναξιοκρατία και το ρουσφέτι. Πιστεύουν στο κράτος δικαίου με ίσες ευκαιρίες για όλους χωρίς διεφθαρμένους διαμεσολαβητές. Κοινό τούς χαρακτηριστικό, ανεξαρτήτως πολιτικού προσανατολισμού του καθενός ξεχωριστά, είναι ότι δεν ανέχονται τις παθογένειες των παραδοσιακών κομμάτων της αριστεράς και της δεξιάς.

Αυτοί που τοποθετούνται αριστερά του κέντρου αποστρέφονται τον ιδιότυπο, ελληνικού τύπου “σοσιαλισμό”. Αυτός ο “σοσιαλισμός” μεταφράζεται πρακτικά σε ένα κράτος-πάτρωνα που διανέμει ρουσφέτια και  απεμπολέι τον κοινωνικό του ρόλο, καθώς αναδιανέμει πόρους όχι σε αυτούς που χρειάζονται στήριξη, αλλά σε αυτούς που έχουν “δόντι” και που στην συντρηπτική πλειοψηφία τους δεν την χρειάζονται. Αντιλαμβάνονται ότι ο μεγάλος κρατικός τομέας αντί να θεσμοθετεί κράτος πρόνοιας – ως όφειλε – τελικά το αναιρεί μέσω της αναξιοκρατίας και της αλόγιστης και ακατάγραφης σπατάλης. Αυτοί που ανήκουν στον χώρο αυτό θα επιθυμούσαν ένα πραγματικό κοινωνικό κράτος με αναδιανεμητικό χαρακτήρα στα πρότυπα των ευρωπαϊκών σοσιαλδημοκρατιών, με πολύ σαφέστερες ιδεολογικές τοποθετήσεις και γενναίες αντιπροτάσεις στην δεξιά – αντιπροτάσεις που δεν συνίστανται σε “τσιτάτα”, λαϊκισμούς και επανάσταση του χαβαλέ, αλλά εμπεριέχουν ουσιαστικές τοποθετήσεις και πολιτικά τελέσφορες δράσεις. Κοινώς, μία αριστερά που δεν περιορίζεται στο “και μετά βλέπουμε”.

Αυτοί που τοποθετούνται δεξιά του κέντρου δεν βλέπουν με ιδιαίτερη συμπάθεια ούτε τον εθνικισμό της παραδοσιακής δεξιάς, ο οποίος έχει βρει νέους εκφραστές στο περιβάλλον του Αντώνη Σαμαρά, ούτε την θρησκοληψία της και τον συντηρητισμό της, ούτε φυσικά τον κρατισμό της περιόδου Καραμανλή. Θα επιθυμούσαν ένα πολύ μικρότερο και αποτελεσματικότερο κράτος, αφού βλέπουν τον περιορισμό του ως λύση στο πρόβλημα της διαφθοράς. Είναι πιο συντηριτικοί σε θέματα δημοσιονομικής διαχείρισης, αλλά ταυτοχρόνως είναι υπέρμαχοι της ανεκτικότητας και προοδευτικοί σε κοινωνικά θέματα, καθώς θεωρούν  ότι δεν χωράει δυσανεξία σε μία φιλελεύθερη δημοκρατία. Δεν συμφωνούν με την ακροδεξιά, καθώς προτιμούν τις πολιτικές επιλογές που στηρίζονται σε ορθολογικές αναλύσεις, και σε όχι απεχθείς ρατσιστικές και εθνικιστικές αντιλήψεις. Τέλος θα ήθελαν μία εξωτερική πολιτική η οποία δεν περιορίζεται σε εθνικιστικές κορώνες.

Αν μια ενδεχόμενη ένωση κέντρου καρποφορήσει θα μπορούσαμε να έχουμε θετικά αποτελέσματα σε πολλά επίπεδα. Κατά πρώτο λόγο ο χώρος στον οποίο προαναφερθήκαμε θα αποκτήσει μία πρώτη, έστω ατελή, εκπροσώπηση.  Ο Φώτης Κουβέλης έχει τοποθετηθεί πολύ λογικά και ρεαλιστικά στα περισσότερα ζητήματα της ελληνικής πολιτικής σκηνής, και εκφράζει, κατά την άποψη μας, το κεντρο-αριστερό ρεύμα στο οποίο προαναφερθήκαμε. Παρομοίως η Ντόρα Μπακογιάννη ως εκπρόσωπος της Δημοκρατικής Συμμαχίας έχει κεντροδεξιό, φιλελεύθερο προσανατολισμό, αν και το πολιτικό τής παρελθόν μάλλον θα περιορίσει την δημοτικότητα του κόμματος. Μία τέτοια συμμαχία, θα μπορούσε να λειτουργήσει και ως στεγανό έναντι του βαθέως ΠΑΣΟΚ, το οποίο έχει αρχίσει να κερδίζει έδαφος εις βάρος του μεταρρυθμιστικού ρεύματος του κόμματος, εκμεταλλευόμενο την φθορά που έχει εισπράξει η κυβέρνηση λόγω των μέτρων που έχει ψηφίσει. Κατά μία έννοια, το βαθύ ΠΑΣΟΚ αντιλαμβάνεται πολύ καλά ότι για πετύχουν οι μεταρυθμίσεις θα πρέπει τελικά να το σκοτώσουν (και πρέπει να το σκοτώσουν) καθότι θα πρέπει να μπει μαχαίρι στο κομματικό κράτος.

Το ζητούμενο αποτέλεσμα θα ήταν μία ένωση κεντρώων πολιτικών η οποία θα δώσει φωνή σε αυτό το ζωτικό τμήμα του εκλογικού σώματος. Δεν είναι αναγκαία η πλήρης σύμπνοια απόψεων – μπορεί να λειτουργήσει άριστα και ο συγκερασμός, δεδομένου ότι οι απόψεις αυτών που απαρτίζουν τον κεντρώο χώρο είναι επαρκώς συγγενικές. Μία τέτοια συμμαχία θα απομόνωνε κόμματα και πολιτικούς (συμπεριλαμβανομένου και του βαθέως ΠΑΣΟΚ) που περιορίζονται σε λαϊκίστικες κορώνες αντί να ασκούν υπεύθυνη αντιπολίτευση.

Αριστερό brand ή αριστερή πολιτική;

Αριστερά υπήρξε ιστορικά το τμήμα εκείνο του πολιτικού φάσματος του οποίου το πρόταγμα επεδίωκε την αλλαγή ή/και ανατροπή του κονωνικο-πολιτικού status quo. Ήταν επίσης εκείνο που εισήγαγε νέες θεωρήσεις για τον κόσμο και κατ’ αντιστοιχία παρήγαγε πολιτική ανάλυση, στόχους, στρατηγικές και δράσεις -παρήγαγε δηλαδή αριστερή πολιτική. Στη σημερινή Ελλάδα η Αριστερά διαρκώς και περισσότερο φαίνεται να κατέχει τον τίτλο της τύποις μόνο.

Ο κόσμος και η κοινωνία αλλάζουν χωρίς αυτή να μπορεί να το αντιληφθεί και να το επεξεργαστεί. Πώς αλλιώς να εξηγήσουμε την πρόσκληση-πρόκληση του κ. Αλαβάνου να ακολουθήσουμε το παράδειγμα της Αιγύπτου; Από ποιά ανάλυση και σύγκριση προέκυπτε ότι υπήρχε περίπτωση το Σύνταγμα να γίνει πλατεία Ταχρίρ; Και έστω ότι όντως γινόταν: ποιούς στόχους θα εξυπηρετούσε και ποιά κοινωνία θα οικοδομούσαμε την επόμενη μέρα; Γιατί η Αριστερά δυστυχώς πέρα από εντυπωσιακές και γενικόλογες διακυρήξεις ελάχιστα ξέρει που θέλει να πάει και με ποιά στρατηγική θα το πετύχει -και ακόμα λιγότερο μπορεί να το καταστήσει σαφές στην κοινωνία.

Στο ίδιο μοτίβο κινούνται οι τακτικές και οι δράσεις της: ανακυκλώνονται και διαιωνίζονται. Η επαναστατίζουσα ρητορική και η υποστήριξη αντίστοιχων κινητοποιήσεων είναι σχεδόν αδιάφορες στα μάτια εκείνων ακριβώς, των οποίων τα συμφέροντα η αριστερά υποτίθεται ότι προασπίζει. Τα αριστερά κόμματα ελλείψει οράματος έχουν εγκλωβιστεί στις πρακτικές εκείνες που ικανοποιούν την στενή εκλογική τους βάση -ειδάλλως γιατί ο κ. Αλαβάνος έχει συρθεί στο παιχνίδι της άνευ όρων εξέγερσης, που μέχρι τώρα χαρακτήριζε τον κ. Τσίπρα; Τα γεγονότα στο Βερολίνο και το Παρίσι αποτέλεσαν μία ακόμα έκφανση της νεοελληνικής πολιτικής νοοτροπίας -στην αντίθετη κατεύθυνση από εκείνη των κυβερνώντων της τελευταίας τριαντακονταετίας, αλλά ποιοτικά όμοια. Ο χώρος της Αριστεράς εν τέλει έχει καταλήξει να μάχεται υπέρ της συντήρησης- το πλέον αριστερό στοιχείο της είναι το brand “Αριστερά”.

Αναμφίβολα, η παρούσα κοινωνική και οικονομική κρίση μπορεί να απειλήσει κοινωνικά κεκτημένα και εργασιακά δικαιώματα. Επιπλέον, η κοινωνική πόλωση και οι συνεπακόλουθες ακραίες -εκ δεξιών και αριστερών- εξάρσεις τείνουν να γίνουν καθημερινότητα. Σε αυτή λοιπόν τη συγκυρία έχουμε ανάγκη νέες ιδέες, καινούργιες προσεγγίσεις, εναλλακτικά πολιτικά προγράμματα για να καταφέρουμε να προχωρήσουμε. Χρειαζόμαστε δημιουργική αντιπαράθεση και σύνθεση ιδεών. Οδοτόμες προτάσεις για την οργάνωση της κοινωνίας μας. Στοιχεία στα οποία η αριστερά ιστορικά πρωτοστάτησε. Χρειαζόμαστε μία πραγματικά αριστερή πολιτική και όχι το αριστερό brand.

Οχι άλλη (ψεύτο)επανάσταση!

Πριν κάποιες μέρες γράφαμε για την συνήθεια της αριστεράς να συγκρίνει ανόμοιες καταστάσεις με και να βγάζει ακραία συμπεράσματα.

Τις προάλλες ο Αλέκος Αλαβάνος μίλησε στο δελτίο του ALTER για την ανάγκη μετατροπής της πλατείας συντάγματος σε πλατεία Ταχρίρ (παλαιότερα ο ΣΥΡΙΖΑ είχε παρομοιάσει την πλατεία εξαρχείων με την Γάζα).  Είχε προηγηθεί ο Δημήτρης Στρατούλης στο Ράδιο 9 ο οποίος δήλωνε ότι “Δεν είναι μόνο αυτά που γίνονται στις χώρες της Β.Αφρικής και της Μέσης Ανατολής. Φαίνεται ότι το αεράκι έρχεται προς τα εδώ. Η 23η του Φλεβάρη είναι κοντά.”

Έτσι στα πρότυπα της φαντασιακής κατοχής, χούντας, κατεχόμενων στρατευμάτων κλπ, έχουμε τώρα πλατεία Ταχρίρ στο Σύνταγμα, και το “αεράκι της Β. Αφρικής να έρχεται προς τα εδώ”. Στα πλαίσια πάντα της άρνησης των εκπρόσωπων της αριστερά να ξεκαθαρίσουν με διάλογο τις θέσεις τους όταν κληθούν σε διάλογο πέρα από τα τσιτάτα.

Το λυπηρό είναι ότι με τέτοιου είδους ρητορική η προοδευτική αριστερά έχει χάσει την επαφή της με την πραγματικότητα, και κατ’ επέκτασην και την ικανότητα της να εκφράζει ένα ρεαλιστικό πρόγραμμα. Η ελληνική πολιτεία έχει πάρα πολλά θεσμικά προβλήματα και χρειάζεται πολλές αλλαγές. Αλλά είναι δυνατόν να συγκρίνει κανείς τα καθεστώτα Μουμπάρακ και Καντάφι με την πολιτική πραγματικότητα της Ελλάδας; Με τέτοιου είδους πολιτικό λόγο δημιουργείται φανατισμός και ένταση και οι νηφάλιες, λογικές λύσεις γίνονται λιγότερο πιθανές. Για το καλό, λοιπόν, της αριστεράς της ίδιας, καλό θα ήταν να ξανα-αποκτήσει επαφή με την πραγματικότητα, μπας και καταφέρει να εκφράσει πρόγραμμα και ρεαλιστική εναλλακτική, εναλλακτική την οποία όντως χρειάζεται η χώρα.

Το Γιουχάρισμα του Πάγκαλου στο Παρίσι

Ο Θ. Πάγκαλος ήταν προσκεκλημένος στο ελληνικό σπίτι στο Παρίσι σε μία εκδήλωση για το έργο του Κώστα Γαβρά και η παρουσία του προκάλεσε αντιδράσεις φοιτητών, όπως φαίνεται στο βίντεο (ευχαριστούμε τον Ροϊδη για την αρχική δημοσίευση). Τελικά η ταινία δεν προβλήθηκε, ενώ μεταξύ άλλων και ο Κ. Γαβράς αποχώρησε από την αίθουσα.

Η πρώτη μας ένσταση έχει να κάνει με το τυπικό: ο Πάγκαλος ήταν προσκεκλημένος στο ελληνικό σπίτι. Ο χώρος δεν ανήκε σε αυτούς που γιουχάραν, όπως ακριβώς δεν ανήκε ούτε στον Πάγκαλο. Εφόσον οι κανόνες είναι ίδιοι για όλους, κάνεις από τους παρευρισκομένους δεν είχε το δικαίωμα να απαιτήσει να φύγει κάποιος άλλος από την αίθουσα.

Η δεύτερη ένσταση είναι πιο ουσιαστική. Οι φοιτητές που διαμαρτύρονταν έχουν κάποιο αίτημα, υποθέτουμε. Και το υποθέτουμε γιατί δεν ακούσαμε το αίτημα, ακούσαμε μόνο γιουχαρίσματα. Έτσι δεν θα μάθουμε ποτέ τι είχαν να πουν, ούτε θα δούμε τι θα είχε να απαντήσει ο Πάγκαλος.

Είναι είναι εντελώς αντιδημοκρατικό να φωνάζεις μέχρι να επιβληθεί αυτό που θες, “καπελώνοντας” όλους τους υπόλοιπους. Πόσο μάλλον όταν βρίσκεσαι σε ένα περιβάλλον στο οποίο θα μπορούσε να γίνει συζήτηση.

Να διευκρινίσουμε ότι το ποστ αυτό δεν αφορά ούτε το ποιόν του Πάγκαλου ούτε τον υπερασπίζεται. Αφορά μια κουλτούρα διαμαρτυρίας, οι εκπρόσωποι της οποίας αρνούνται να εκθέσουν τα επιχειρήματα τους όταν κληθούν σε διάλογο, υιοθετώντας παράλληλα όλες τις φασιστικές τακτικές τις οποίες υποτίθεται ότι κατακρίνουν. Θα θέλαμε επιτέλους να ακούσουμε τα επιχειρήματα τους.