Τι συμβαίνει πάλι με την ΕΛΣΤΑΤ;

Είναι πλέον κωμωδία αυτό που εκτυλίσσεται με τα στατιστικά της χώρας.
Το Βήμα αναφέρει ότι “Με απορία παρακολουθούν στις Βρυξέλλες την «υπόθεση ΕΛΣΤΑΤ»”.

Είναι να μην παρακολουθούν με απορία; Το 2004 η Ελλάδα αναθεώρησε το έλλειμμά της προς τα πάνω με πρόφαση την διαφάνεια και την σαφή αποτύπωση της οικονομικής κατάστασης της χώρας. Δύο χρόνια αργότερα η Ελλάδα αναθεώρησε το ΑΕΠ της προς τα πάνω συμπεριλαμβάνοντας την παραοικονομία στον υπολογισμό του, μεγαλώνοντας έτσι την πίτα και παρουσιάζοντας το έλλειμα (το οποίο η ίδια είχε αναθεωρήσει προς τα πάνω) μικρότερο.

Η κυβέρνηση Παπανδρέου ξανα-αναθεώρησε το έλλειμμά της προς τα πάνω. Με τον ερχομό της κρίσης και την ανάμειξη της ΕΕ, οι στατιστικές της χώρας τέθηκαν εξολοκλήρου υπό αμφισβήτηση και ειπώθηκε δημοσίως αυτό που όλοι ξέραμε ιδιωτικά, ότι οι στατιστικές της Ελλάδας εκπονούνται υπό πολιτική πίεση. Έγινε λοιπόν φασαρία και υποτίθεται ότι θεσμοθετήθηκε και θωρακίστηκε η ανεξαρτησία της ΕΛΣΤΑΤ.

Τώρα, με την υπόθεση Γεωργαντά, η οποία πάλι “βρωμάει” πολιτική ανάμειξη, αμφισβητούνται εκ νέου τα στοιχεία σε μία περίοδο σκληρών διαπραγματεύσεων με τους Ευρωπαίους εταίρους οι οποίοι έχουν επιβλέψει και δεχτεί τα στοιχεία αυτά καλή τη πίστει. Αν η Γεωργαντά υποκινείται από πολιτική σκοπιμότητα, όπως φαίνεται, τότε πρέπει να αναρωτηθούμε για το πολιτικό προσωπικό της χώρας που συνεχώς παίζει με τα νούμερα χωρίς να σέβεται ότι ορισμένα πράγματα δεν σηκώνουν πολιτική ανάμειξη. Εμείς απορούμε πώς είναι δυνατόν μία “σύγχρονη” (το σύγχρονη το βάλαμε σε εισαγωγικά σκοπίμως) χώρα να διεξάγει δημόσια πολιτική και δημόσιο διάλογο χωρίς να έχει σαφή επίγνωση των βασικών μεγεθών πάνω στα οποία διεξάγεται ο δίαλογος. Ξεχάσαμε, προσωρινά, ότι στην Ελλάδα ο διάλογος γίνεται στον αέρα με εξυπνακισμούς και πυροτεχνήματα, χωρίς ίχνος ουσίας.

Η ομιλία Σημίτη και ο λαϊκισμός των ΜΜΕ

Η Παραπολιτική δημοσιεύει εξ ολοκλήρου την ομιλία του Κώστα Σημίτη στο Ίδρυμα Heinrich Boll, με θέμα “Ελλάδα quo vadis;”

Η ομιλία είναι εξαιρετική. Δίνει μία συνολική εικόνα της κρίσης στην Ελλάδα, καταλογίζοντας ευθύνες τόσο στις πολιτικές ηγεσίες της Ελλάδας για τα λάθη και την αδυναμία διαπραγμάτευσης των όρων του μνημονίου, όσο και στις πολιτικές ηγεσίες των χωρών της βόρειας Ευρώπης, οι οποίες θεωρούν ότι στην ανάπτυξη είμαστε μαζί και στην ύφεση χώρια.

Τα ελληνικά ΜΜΕ όμως πήραν μία πρόταση της ομιλίας (και αυτή παραποιημένη), βγάζοντας την εκτός συμφραζομένων, προκειμένου να εξάγουν τα συμπεράσματα τα οποία τα ίδια ήθελαν αντί να αποπειραθούν να μεταδώσουν το απόσταγμα της ομιλίας. Ισχυρίστηκαν ότι ο Σημίτης είπε ότι ήταν “μοιραίο λάθος η προσφυγή στο μνημονίο”. Είναι τα ίδια ΜΜΕ που δεν αντιλήφθηκαν τον ερχομό της κρίσης, και αναπαρήγαγαν άκριτα τους ισχυρισμούς της κυβέρνησης Καραμανλή ότι η Ελλάδα δεν διατρέχει κινδύνους γιατί δεν είναι εκτεθιμένη σε τοξικά προϊόντα.

Η παραποίηση είναι καταφανής αν δει κανείς όλη την παράγραφο, στην οποία ο Σημίτης αναφέρεται στο “μοιραίο λάθος”:

Οι συντάκτες του Μνημονίου είχαν παραλείψει επίσης να συναρτήσουν τους στόχους τους με τις πραγματικές εξελίξεις, να προβλέψουν δηλαδή ότι σε περίπτωση ύφεσης θα παρατείνεται αυτόματα ο χρόνος πραγματοποίησης των στόχων ή και θα περιορίζονται ορισμένες επιδιώξεις. Ήταν ένα πολιτικά μοιραίο λάθος. Η παράλειψη είχε ως αποτέλεσμα να εξακολουθεί το αρχικό σκληρό πρόγραμμα λιτότητας παρά την ύφεση που επήλθε και να επιτείνει κατά πολύ την ύφεση.

Είναι καταφανές ότι είναι πολύ πιο σύνθετο το πλαίσιο των γεγονότων στο οποίο αναφέρεται ο κ. Σημίτης.

Τα ΜΜΕ είναι το νευρικό σύστημα της δημοκρατίας. Είναι ελεύθερα να σχολιάζουν τα γεγονότα όπως θέλουν. Δεν έχουν όμως το δικαίωμα να παραποιούν τα γεγονότα με στόχο την τηλεθέαση, το εύπεπτο πολιτικό δίλεπτο, ή την πολιτική σκοπιμότητα.  Όταν μεταδίδουν γεγονότα καταφανώς παραποιημένα δημιουργούν μία ψευδή αίσθηση της πραγματικότητας. Και τότε μας πιάνει η κρίση στον ύπνο.

 

Ο πλούτος και η ένδεια των εθνών: η περίπτωση της Ελλάδας

Πρόσφατα διαβάσαμε ένα άρθρο του Θοδωρή Γεωργακόπουλου, με τίτλο “Κι Αν Η Ελλάδα Αξίζει Να Καταρρεύσει;”.

Στο άρθρο, ο Θοδωρής Γεωργακόπουλος  εξετάζει την σύγχρονη Ελλάδα υπό το πρίσμα θεωριών που προσπαθούν να ερμηνεύσουν τους λόγους για τους οποίους οι πολιτισμοί ακμάζουν ή καταρρέουν. Είναι πολύ εύστοχο και αξίζει να διαβαστεί λόγω του μεγάλου εύρους του.

Ο Γεωργακόπουλος καταλήγει στον Mancur Olson, ο οποίος αναλύει την κατάρρευση και αναδόμηση κοινωνιών από αποκλειστικά οικονομική σκοπιά, και το επιχείρημα είναι πειστικό: ότι η Ελλάδα δεν αναπτύσσεται λόγω του ότι είναι μία οικονομικά συντηρητική κοινωνία με καρτέλ, συντεχνίες κλπ.

Ο Γεωργακόπουλος θα μπορούσε να έχει πάει την ανάλυσή του ένα βήμα παραπέρα. Καταλήγοντας στον Όλσον, εξηγεί τις οικονομικές αιτίες της κατάρρευσης. Όπως εξηγεί ο David S. Landes στο “The Wealth and Poverty of Nations: Why Some Are So Rich and Some So Poor”, πίσω όπως από τις οικονομικές αιτίες υπάρχουν συμπεριφορές που καθορίζονται από ένα αξιακό σύστημα. Αυτό το αξιακό σύστημα είναι στο κέντρο της οικονομικής ακμής (η παρακμής): κοινωνική ευσυνειδησία, η προδιάθεση για σκληρή δουλειά (το λεγόμενο work ethic) κτλ. Όταν αυτά είναι απόντα, τότε καταλήγουμε σε κοινωνίες όπως η σύγχρονη Ελλάδα. Με άλλα λόγια η οικονομική παρακμή είναι σύμπτωμα ενός παρακμάζοντος αξιακού συστήματος που δεν προωθεί την δημοκρατία, την εμπιστοσύνη και σεβασμό στους θεσμούς, τον σεβασμό προς τον πλησίον, την διάθεση για επιστημονική πρόοδο και την επιδίωξη της γνώσης.

Δεν είναι τυχαίο, σύμφωνα με τον Landes, ότι πολλές χώρες με φυσικό πλούτο είναι πάμπτωχες, ενώ άλλες, με πολύ λιγότερο φυσικό πλούτο είναι οικονομικά ισχυρές λόγω των αξιών που διέπουν τον δημόσιο βίο τους.

Το πιστόλι του Παπαδήμου

Το περίφημο πιστόλι της κυβέρνησης ΓΑΠ φαίνεται τελικά ότι το έφερε στο τραπέζι ο Λουκάς Παπαδήμος.

Θεωρούμε σωστή την διαπραγματευτική γραμμή που φαίνεται να ακολουθεί η κυβέρνηση του, ειδικά αφού προκύπτει – και με στοιχεία πλέον – ότι η κυβέρνηση ΓΑΠ δεν διαπραγματεύτηκε για να αποσπάσει υποχωρήσεις από την πλευρά της Τρόικας, ακόμα και αν λάβει κανείς υπόψιν το γεγονός ό,τι το διεθνές περιβάλλον ήταν τότε πολύ ηπιότερο από ότι είναι σήμερα.

Οι διαπραγματεύσεις όμως δεν γίνονται με την αγιαστούρα. Στον στίβο των διεθνών σχέσεων όπου οι διακρατικές σχέσεις καθορίζονται περισσότερο από την ισχύ και λιγότερο από το δίκαιο, η διαπραγμάτευση δεν είναι υπόθεση αλληλοκατανόησης και δίκαιου συμβιβασμού. Είναι μία διελκυστίνδα κατά την οποία ο καθένας προσπαθεί να πάρει όσα περισσότερα μπορεί μέχρι να βρει ισχυρή αντίσταση από την αντίθετη πλευρά. Επιπλεόν, είναι παιχνίδι μπλόφας, και γι’ αυτό η “τρέλα” είναι έγκυρη διαπραγματευτική τακτική.

Σε μία σημαντική συνέντευξη στους New York Times η οποία πέρασε στα ψιλά γράμματα στα ελληνικά μέσα, ο Παπαδήμος δήλωσε ότι (οι εμφάσεις στο κείμενο είναι δικές μας):

Mr. Papademos said that if Greece did not receive 100 percent participation in a program in which bondholders would voluntarily write down $130 billion from Greece’s unwieldy $450 billion debt,
the country would consider passing a law to require holdouts to take losses.

“It is something that has to be considered in the light of expectations about the degree of the participation to be achieved,” Mr. Papademos said. “It cannot be excluded. It is contingent on the percentage.”

Many private investors, like hedge funds, pension funds and banks, would just as soon see an involuntary default, because much of their holdings are insured through credit default swaps.

But European leaders are dead set against such a “credit event,” which could ignite a chain reaction with unpredictable and potentially catastrophic results for the world financial system.

Με άλλα λόγια ο Παπαδήμος έχει βάλει τις τράπεζες να τσακώνονται με τα hedge funds που δεν συμφωνούν με το κούρεμα. Οι τράπεζες καταλαβαίνουν ότι αν δεν δεχτούν όλοι ένα συμβιβαστικό επιτόκιο, υπάρχει περίπτωση να πάρουν πολύ λιγότερα από αυτά που είναι τώρα στο τραπέζι. Επιπλέον, η περίπτωση που η Ελλάδα προχωρήσει σε μονομερή αναδιάρθρωση θα θεωρηθεί credit event. Τότε οι τράπεζες θα αναγκαστούν να εξοφλήσουν τα ασφάλιστρα που έχουν αγοράσει τα hedge funds. Αυτή, φυσικά, είναι ανεπιθύμητη κατάληξη τόσο για τις τράπεζες οι οποίες θα καταρεύσουν, όσο και για τους Ευρωπαίους ηγέτες των οποίων οι κυβερνήσεις θα κληθούν να τις επανακεφαλαίοποιήσουν.

Φυσικά υπάρχει η απειλή και της δικής μας χρεοκοπίας. Στην παρούσα συγκυρία όμως η δική μας χρεοκοπία σημαίνει καταστροφή, όχι μόνο για εμάς αλλά και για τους υπολοίπους, και αυτό οι εταίροι μας το ξέρουν. Αποθανέτω η ψυχή μου μετά των αλλοφύλων.

Κεϋνσιανισμός στην Ελλάδα: ο τζίτζικας και ο μέρμηγκας – ένα σύντομο σχόλιο

Ο Μάνος Ματσαγγάνης δημοσίευσε στο blog του μία εκπληκτική όμιλια που έδωσε σε εκδήλωση της Δημοκρατικής αριστεράς. Αξίζει να διαβαστεί εξ ολοκλήρου.

Εμείς θα σταθούμε σε ένα σημείο της ομιλίας:

[...] Σήμερα έχουμε γίνει όλοι κεϋνσιανοί – και διαβάζουμε μανιωδώς τα άρθρα του Krugman, επικροτώντας με ενθουσιασμό την προειδοποίησή του ότι δεν είναι πολύ καλή ιδέα να προσπαθείς να μειώνεις τα ελλείμματα στη διάρκεια της ύφεσης. Σωστά: τα ελλείμματα πρέπει να τα μειώνεις στη διάρκεια της ανόδου της οικονομίας. Κρίμα που στην προ κρίσης περίοδο, όταν επί 10-12 χρόνια είχαμε από τους υψηλότερους ρυθμούς (όπως αποδείχθηκε, σαθρής) ανάπτυξης στην ΕΕ (+4% ετησίως), αντί να μειώσουμε τα ελλείμματα τα αφήσαμε να αυξάνονται ανεξέλεγκτα.

Δυστυχώς ο Κεϋνσιανισμός έχει μεταφερθεί στην Ελλάδα ως κακέκτυπο της αρχικής του έκδοσης,  όπως πάρα πολλά άλλα πράγματα. Το σκέλος των δικαιωμάτων έχει μεταφερθεί αυτούσιο χωρίς φυσικά το σκέλος των υποχρεώσεων. Πρώτη “υποχρέωση” είναι ότι οι κεϋνσιανές πολιτικές απαιτούν μια υγιή παραγωγική βάση. Για να τονώθει η οικονομία πρέπει να στοιχειώνεται από κάτι που να επιδέχεται τόνωσης. Η δεύτερη υποχρέωση, και όπως πολύ σωστά επισημαίνει ο Ματσαγγάνης, είναι ότι ο κεϋνσιανισμός απαιτεί counter-cyclical πολιτικές: Αποταμίευση στην ανάπτυξη του οικονομικού κύκλου ώστε να δημιουργούνται πλεονάσματα για δαπάνες στην ύφεση.

Ο τζίτζικας και ο μέρμηγκας δηλαδή. Είναι πολύ βολικό να είμαστε μόνο τζίτζικες, αλλά χωρίς τους μέρμηγκες οι τζίτζικες λιμοκτονούν.

Περί Δικηγορικών Συλλόγων και λοιπών ελίτ

Μία πύρινη λαϊκίστικη ανακοίνωση και μία χυδαία αφίσα καταδεικνύουν την αδυναμία των  Δικηγορικών Συλλόγων της Ελλάδας να σταθούν στο ύψος των περιστάσεων. Ο λόγος για την αντιδραση του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών στην επίσκεψη που έκανε η τρόικα στο Πρωτοδικείο Αθηνών, προκειμένου να ενημερωθεί για τον τρόπο λειτουργίας της Ελληνικής Δικαιοσύνης. Σύμφωνα με την «Συντονιστική Επιτροπή των Προέδρων των Δικηγορικών Συλλόγων του Κράτους», η συνάντηση της τρόικα με τις προϊστάμενες αρχές του Πρωτοδικείου δεν νομιμοποιείται καθ’οιονδήποτε τρόπο. Και ως εδώ θα συμφωνήσουμε: η Δικαιοσύνη είναι ένας ευαίσθητος τομέας και οι όποιες παρεμβάσεις οφείλουν να γίνονται αποκλειστικά από την εθνική πολιτική ηγεσία.

Η ρητορική, όμως, της ανακοίνωσης είναι απαράδεκτη, ειδικά στη σημερινή συγκυρία. Ο ΔΣΑ συμπλέει με τις συνομωσιολογικές απόψεις που θέλουν την τρόικα να είναι μίσθαρνο όργανο της γνώστης-άγνωστης «νέας τάξης πραγμάτων» και των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων. Και ήρθε εδώ για να «εξανδραποδίσει το ελεύθερο φρόνημα» του Έλληνα Δικαστή – με κεφαλαία, βεβαίως βεβαίως, για να μη βρωμάει, να μη λερώνει, να μην ιδρώνει ο ιδεατός Έλλην δικαστικός.

Ο ΔΣΑ βρίσκεται και αυτός σε άρνηση, όπως όλες οι οργανωμένες επαγγελματικές ομάδες της χώρας. Η Ελληνική Δικαιοσύνη δεν πάσχει από χρόνια προβλήματα, παραδικαστικό δεν υπήρξε ποτέ, όλοι κάνουν τη δουλιά τους ως οφείλουν, κανένας δικηγόρος δεν φοροδιαφεύγει. Και όλα αυτά λίγες ημέρες αφού ο ΔΣΑ αφαίρεσε τον τίτλο του επίτιμου δικηγόρου από τον κ. Πάγκαλο, επειδή οι δηλώσεις του φέρονταν ενάντια στους δικηγόρους. Χωρίς να ενστερνιζόμαστε τα λεγόμενα του Αντιπροέδρου της Κυβέρνησης, υποθέτουμε ότι για κάποιο λόγο του είχε απονεμηθεί ο ως άνω τίτλος. Άρα, δύο τα τινά : είτε ο ΔΣΑ θεωρεί πως όταν κάποιος του εναντιώνεται, αναιρείται και η έως τώρα πορεία του και λογοκρίνεται, «επειδή δεν εκτίμησε την τιμή που του έκαναν». Είτε, ευθύς εξαρχής, ο κ. Πάγκαλος ανακυρήχθηκε επίτιμος δικηγόρος για πολιτικούς και συμφεροντολογικούς λόγους, χωρίς ποτέ να το αξίζει.

Οι κινήσεις αυτές του ΔΣΑ είναι παραδειγματικές της κοντόθωρης σκέψης του νεοελληνικού κατεστημένου. Κατ’εμάς μία έντιμη και πραγματικά γενναία στάση θα απαιτούσε ο ΔΣΑ να παραδεχθεί ότι μεταξύ όλων των εξουσιών και η Ελληνική Δικαιοσύνη πάσχει από πολλά προβλήματα, τα οποία πρέπει να επιλύσουμε, αλλά ότι είναι εθνική μας υπόθεση και θα βρούμε τις λύσεις με τις δικές μας δυνάμεις.

Όσοι κρύβονται πίσω από το δακτυλό τους, με μόνο επιχείρημα την πολύχρονη κοινωνική και εθνική τους «προσφορά» δεν μας είναι μόνο άχρηστοι, αλλά είναι και επιζήμιοι, αν όχι επικίνδυνοι. Οι ελίτ της χώρας πρέπει να αναγνωρίσουν τα λάθη μας, τα συντεχνιακά και τα συλλογικά, να διαμοιράσουν τις ευθύνες τηρώντας την αρχή της αναλογικότητας, να εφεύρουν λύσεις και να προσδώσουν όραμα στην παρούσα προσπάθεια. Για την ώρα πιάνονται από τα μαλλιά τους.

“Όπως οι Ευρωπαίοι μονάρχες”

Συχνά σε πολιτικές συζητήσεις για την κρίση, η κουβέντα καταλήγει στο εξής επιχείρημα: “Καλά, περιμένετε το πολιτικό σύστημα που μας έβαλε στην κρίση να μας βγάλει από αυτήν;”. Με άλλα λόγια, το ερώτημα που τίθεται είναι κατά πόσον είναι δυνατόν ένα πολιτικο σύστημα να προχωρήσει σε μεταρυθμίσεις οι οποίες θα σημάνουν τον θάνατο του πολιτικού προσωπικού που τις προωθεί. Μπορούν οι Έλληνες πολιτικοί να επιβλέψουν την πολιτική αυτοκτονία τους;

Ιστορικό ανάλογο πολιτικής αυτόκτονίας υπάρχει. Τον 18ο και το 19ο αιώνα οι Ευρωπαίοι μονάρχες αντιμετώπιζαν μία δυναμική και ανερχόμενη μεσαία τάξη, η οποία λόγω του αυξανόμενου της πλούτου, και ενδυναμωμένη ιδεολογικά από τα ιδανικά του διαφωτισμού, απαιτούσε ολοένα και περισσότερα πολιτικά δικαιώματα. Οι μονάρχες κατάλαβαν ότι αν δεν προχωρήσουν από μόνοι τους σε πολιτικές μεταρρύθμισεις, δίνοντας περισσότερα πολιτικά δικαιώματα στη αναδυόμενη τάξη και αναγνωρίζοντας σε πολιτικό επίπεδο την διαμορφούμενη κοινωνική και οικονομική πραγματικότητα, η πολιτική (και φύσικη σε πολλές περιπτώσεις) εξόντωση τους ήταν σίγουρη.

Φυσικά, το πρόβλημα σήμερα δεν είναι το ίδιο. Οι δυναμικές της κρίσης όμως παραμένουν οι ίδιες: έχουμε αναδιατασσόμενες κοινωνικές δυνάμες και ένα όλο και πιο ρευστό εκλογικό σώμα.

Είναι καταρχήν αληθές ότι χωρίς κρίσεις, ριζικές αλλαγές δεν γίνονται. Όταν κάτι λειτουργεί – έστω και με πολλά προβλήματα – αναπτύσσεται αδράνεια και κανείς δεν είναι διατεθιμένος να κάνει τομές και να θίξει συμφέροντα. Σε καιρούς κρίσης, αντιθέτως, οι πολιτικές τομές είναι καταρχήν εφικτές, καθώς η κρίση τις κάνει πιο ευκολα πραγματοποιήσιμες: η πολιτική βούληση έχει μικρότερο πολιτικό κόστος καθώς η κοινωνία διαπιστώνει ότι κάτι πρέπει να αλλάξει, γεγονός που την κάνει πιο δεκτική.

Παρόλο που είναι πιο εύκολες οι τομές, στην Ελλάδα δεν έχουν πραγματοποιηθεί γιατί προαπαιτείται σύκγρουση με τα συμφέροντα που εκπροσωπούν τα δίκτυα καθε λογής κρατικοδίαιτων αλλα και συγκεκριμένες ομάδες ιδιωτών. Αν τα δίκτυα αυτά τα οποία απολάμβανουν παροχές δυσανάλογες της προσφοράς τους ξηλωθούν, τότε και οι πολιτικοί με τους οποίους έχουν χτίσει σχέση συναλλαγής θα βρεθούν εκτός βουλής. Αν οι μεταρρυθμίσεις προχωρούσαν, οι πολιτικοί σχηματισμοί θα παρέμεναν αλλά η στελέχωσή τους και το πρόγραμμα τους – και συνεπώς οι ομάδες που εκπροσωπούν – θα άλλάζε άρδην. Γι’ αυτό οι πολιτικοί στηλώνουν τα πόδια. Δύο χρόνια τώρα αντί το κυβερνόν κόμμα να προχωρήσει σε τομές, απλώς φορολογεί τις συνήθεις ομάδες των μισθωτών, οι οποίες όντας πολιτικά ανοργάνωτες δεν μπορούν να ασκήσουν πιέσεις ανάλογου μεγέθους με εκείνες των δημοσίων υπαλλήλων. Η επιμονή της κυβέρνησης να μην συρρικνώνει το δημόσιο δείχνει ότι η πολιτική τάξη είναι σε άρνηση, και προσπαθεί ακόμα να διατηρήσει το σύστημα το οποίο μέχρι τώρα εξασφάλιζε την επιβίωση της.

Δυστυχώς, η στρατηγική αυτή έχει κοντά ποδάρια. Κατά πρώτο λόγο είναι αντι-δημοκρατική: φορολογούμαστε όλοι για να εκπροσωπούμαστε όλοι, ανεξαρτήτως πολιτικής ταυτότητας. Αντιθέτως, αυτό το οποίο συμβαίνει στην πράξη είναι να φορολογείται μία ομάδα για να στηρίζεται μία άλλη επειδη η πρωτη έχει “άκρες” ενώ η δεύτερη όχι. Ακόμα και έτσι, όμως, χρήματα δεν υπάρχουν, οπότε τα ρουσφέτια δεν μπορούν να συνεχιστούν. Ο ιδιωτικός τομέας δεν αντέχει άλλη φορολογία, ώστε να παραμένει απείραχτο το δημόσιο. Συνεπώς, η κυβέρνηση θα αναγκαστεί τελικά εκ των πραγμάτων να έρθει σε ρήξη με τον δημόσιο τομέα, χωρίς όμως να έχει φροντίσει να δημιουργήσει καινούριες συμμαχίες με τον ιδιωτικό, τον οποίο χτυπάει προκειμένου να στηρίξει τις πολιτικές συμμαχίες του δημοσίου. Όσο η κυβέρνηση, και η αντιπολίτευση με την ανέξοδη και ανεύθυνή της ρητορική, αρνούνται να αντιμετωπίσουν αυτή την πραγματικότητα, τόσο πιο άγρια αυτή θα τους χτυπήσει την πόρτα.

Αν τα κόμματα δεν δημιουργήσουν νέες πλατφόρμες, ευθυγραμμισμένες με μία νέα εθνική στρατηγική, τότε κινδυνεύουν να διαλυθούν de facto μέσω της κάλπης. Όπως οι ευρωπαίοι μονάρχες, αν δεν αλλάξουν όπως επιβάλλουν οι καιροί, η αλλαγή θα τους παραμερίσει μόνη της.

Αγανακτισμένε, που πας;

Όπως είχαμε γράψει και σε προηγούμενο ποστ, θεωρούμε την κινητοποίηση των αγανακτισμένων στο Σύνταγμα θετική εξέλιξη.

Κατά πρώτο λόγο δείχνει την ανάγκη του Έλληνα για κάτι καινούργιο. Είναι δηλαδή μία πολυσυλλεκτική διαμαρτυρία που περιλαμβάνει όλο το εύρος των κοινωνικών στρωμάτων και που έχει ως υπόρρητο βασικό αίτημα μια καλύτερης ποιότητας δημοκρατία. Αυτό φαίνεται από το γεγονός ότι από την αρχή οι συγκεντρωμένοι στο Σύνταγμα δεν αποδέχτηκαν κανέναν από τους παραδοσιακούς φορείς πολιτικής οργάνωσης και έκφρασης. Συνδικαλιστές και ακραίοι κάθε απόχρωσης εκδιώχθηκαν κακήν κακώς, ενώ τα κόμματα δεν αποπειράθηκαν καν να πλησιάσουν.

Το πολιτικό σύστημα, αναλωμένο στην μικροπολιτική του πραγματικότητα βρέθηκε αρχικά προ εκπλήξεως, ενώ στην συνέχεια προσπάθησε, χωρίς αποτέλεσμα, να προσεταιριστεί το κίνημα. Η κυβέρνηση προς το παρόν φαίνεται να παρακολουθήσει αμήχανα προσπαθώντας να μην οξύνει τα πνεύματα.

Από την πλευρά του κινήματος ένα ρεύμα έχει αρχίσει να αναδύεται στην κορυφή της διαμαρτυρίας. Κάτι τέτοιο είναι αναπόφευκτο: οι μαζικές διαδηλώσεις αποκτούν πάντα έναν ιδεολογικό πυρήνα ο οποίος επικρατεί των υπολοίπων. H συνθηματολογία και τα αιτήματα της αριστεράς έχουν επικρατήσει και μέσα σε αυτό το ακομματικό κλίμα τυγχάνουν υποστήριξης από την λαϊκή δεξιά. Ήταν αναπόφευκτο ότι η νοσούσα ελληνική αριστερά με την πείρα που έχει στις κινητοποιήσεις θα είχε δυσανάλογη επιρροή στην εξέλιξη του κινήματος. Ενώ όμως είναι νομοτελειακό ότι μία ομάδα θα ηγηθεί ενώ πολύμορφου κινήματος διαμαρτυρίας, του οποίου οι συμμετέχοντες μπορεί να μην έχουν τίποτα κοινό μεταξύ τους εκτός από μία κοινή επιθυμία για μια νέα πολιτική πραγματικότητα, είναι εξαιρετικά απογοητευτικό (και αυτός είναι ο επιεικής χαρακτηρισμός) το  πολιτικό περιεχόμενο το οποίο φαίνεται τελικά να έχει λάβει η διαμαρτυρία.

Οι προτάσεις είναι μαξιμαλιστικές, με γνώμονα το “και μετά βλέπουμε”. Πως είναι δυνατόν, οποιοσδήποτε έχει στοιχειώδη επαφή με την πραγματικότητα να προτείνει διαγραφή του χρέους και άμεση έξοδο από το μνημόνιο; Μπορεί κάνεις να τοποθετηθεί υπέρ ή κατά του μνημονίου ως λύση, και να αναπτύξει θέσεις για μακροπρόθεσμη μείωση του χρέους, αλλά κανείς δεν μπορεί να αμφισβητήσει ότι είναι μία πραγματικότητα που πρέπει να αντιμετωπιστεί με σοβαρές προτάσεις. Το “και μετά βλέπουμε” είναι απλώς το αναπόσπαστο κομμάτι της αυτοεικόνας του Έλληνα ως λεβέντη καταφερτζή, “επαναστατικά” διατυπωμένο. Κοινώς στην κορυφή του κινήματος βλέπουμε πολιτικές προτάσεις που δεν έχουν στόχο την προόδο, ως όφειλαν, αλλά είναι στην υπηρεσία τις συντήρησης. Η ομιλία Πελεγρίνη είναι λαμπρό παράδειγμα αυτού του είδους χυδαίου λαϊκισμού. Οι θέσεις αυτές δεν προδίδουν τον επαναστατικό τσαμπουκά των τελευταίων 30 χρόνων που μας έφερε εδώ;

Η αδυναμία εκπόνησης σαφών θέσεων δυστυχώς προδίδει μία γενιά η οποία έχει γαλουχηθεί αντιλαμβανόμενη την πολιτική ως συνεχή αντίδραση στην εξουσία και όχι ως προσπάθεια αποτελεσματικού ελέγχου της. Καταδεικνύει δηλαδή την γενικότερη σύγχυση και αναστάτωση του Έλληνα, ο οποίος δεν βλέπει την πολιτική ως την τέχνη του εφικτού, άλλα νομίζει ότι πολιτική δραστηριοποίηση είναι να κράζεις συνέχεια την “εξουσία” γιατί είναι “κακό πράγμα”. Η έλλειψη πολιτικής πείρας και η συνακόλουθη αδυναμία προσδιορισμού λυσιτελών προτάσεων είναι καταφανής.

Το κίνημα αυτή τη στιγμή βρίσκεται σε ένα σταυροδρόμι. Η πρώτη εκδοχή είναι να εκφυλιστεί η πλατεία Συντάγματος σε τσίρκο – και υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις ότι αυτό ήδη συμβαίνει. Η δεύτερη θα έχει πιο σοβαρές επιπώσεις. Η κυβέρνηση να συνεχίσει να σιωπά όσο οι συνελεύσεις τείνουν όλο και περισσότερο στα άκρα. Και σύντομα, όταν το τραβήξουν αρκετά, η κυβέρνηση  θα προσπαθήσει να διασπάσει την διαμαρτυρία επικαλούμενη κίνδυνο για την δημοκρατία. Αυτό άλλωστε έχει και ιστορικό προηγούμενο: τον Μαϊ του ’68  η κυβέρνηση Pompidou επέλεξε να περιμένει και δεν επενέβη κατά των φοιτητικών διαδηλώσεων. Τότε ορισμένοι πολιτικοί και εκρπόσωποι των φοιτητών δήλωσαν ότι η εξουσία πλέον είχε καταλυθεί και ότι ήταν θέμα χρόνου να την πάρουν οι ίδιοι. Εκμεταλευόμενος αυτό το λάθος της αριστεράς, ο De Gaulle δήλωσε ότι η χώρα ήταν προ κομμουνιστικού πραξικοπήματος και διέσπασε το κίνημα. Προφανώς η πολιτική μας πραγματικότητα είναι τελείως διαφορετική, η Ελλάδα δεν είναι προ κανενός είδους πραξικόπημα. Ο μηχανισμός πολιτική δράσης όμως είναι ακριβώς ο ίδιος. Και αν φτάσουν εκεί τα πράγματα στην Ελλάδα θα δούμε τα χειρότερα, καθώς θα δραστηριοποιηθεί όλο το φάσμα της “αφρόκρεμας” του ελληνικού λαϊκισμού, από τα αριστερά ως και τα δεξιά, που ως τώρα είχε μείνει απέξω.

Αγανακτισμένοι: χωρίς πολιτική δεν γίνεται

“There is a point at which a polis by advancing unity, will cease to be a polis [...] It is as if you were to turn harmony into a mere unison, or to reduce a theme to a single beat. The truth is that the polis is an aggregate of many members.”

-Aristotle

 

Θεωρούμε καταρχήν θετική την διαμαρτυρία του κόσμου που βρίσκει έκφραση στην συγκέντρωση των “Αγανακτισμένων” στο Σύνταγμα. Η απουσία των συνηθισμένων “υπόπτων” είναι πολύ θετική, καθώς δείχνει την όρεξη του κόσμου για δράση εκτός των παγιωμένων δομών.

Είναι όμως ενδιαφέρον ότι οι διαμαρτυρίες δείχνουν και την πολιτική απειρία του Έλληνα. Αναφερόμαστε στο “απολιτίκ” στυλ της διαμαρτυρίας. Ο κόσμος που συγκεντρώνεται στο σύνταγμα, όπως φαίνεται και από τα πρακτικά των συνελεύσεων, προσπαθεί να “ξορκίσει” την πολιτική πρώτα από το ίδιο το κίνημα και κατ’ επέκταση από τον τόπο. Αυτό είναι αδύνατο.

Κατά πρώτο λόγο, όπου δεν υπάρχει πολιτική διαδικασία, υπάρχει ολοκληρωτισμός. Οι άνθρωποι είναι όλοι διαφορετικοί και χαρακτηρίζονται από πάθη, αρετές, και απόψεις που τις περισσότερες φορές είναι συνδεδεμένες με το θυμικό τους. Έτσι, οι διαφωνίες που προκύπτουν μεταξύ των ανθρώπων είναι αποτέλεσμα των εγγενών διαφορών τους – δεν είναι δυνατόν να συμφωνούν όλοι σε όλα. Συνεπώς, η διαφωνία δεν είναι δυνατόν να εξαλειφθεί, μπορεί όμως να αναγνωριστεί και να θεσμοθετηθούν κανόνες ώστε να μην ρέπουμε στα άκρα. Αυτή είναι η πολιτική διαδικασία. Είναι ο μόνος αποτελεσματικός τρόπος που έχουμε εφεύρει ώστε να λύνουμε τις διαφορές μας χωρίς σκοτωμούς και αιματοχυσίες. Η πολιτική είναι για την δημόσια ζωή, ότι είναι η ηθική για την ιδιωτική ζωή: ένα σύστημα μέσω του οποίου διαχειριζόμαστε τις διαφωνίες μεταξύ των διάφορων ομάδων ειρηνικά. Συνεπώς  η πολιτική σηματοδοτεί ελευθερία, την δυνατότητα δηλαδή να διαφωνείς κανείς και να εκφράζει τις διαφωνίες του/της μέσω των θεσμών. Όπου απουσιάζει η πολιτική η φαινομενική αρμονία είναι απλώς επιβεβλημένη. Και δεν μπορεί να επιβληθεί με τρόπο άλλον από τον ολοκληρωτισμό.

Καταρχήν το κίνημα των “Αγανακτισμένων” αν θέλει να αναγνωριστεί ως πολιτική δύναμη θα πρέπει να αποκτήσει θέσεις. Οι θέσεις θα αποτελέσουν αντικείμενο αντιπαράθεσης με άλλες ομάδες και τα κόμματα της Βουλής. Εσωτερικά αν θέλει να αποφύγει την διάσπαση όταν οι πρώτες διαφωνίες προκύψουν (και αυτό είναι αναπόφευκτο) θα πρέπει να βρει έναν τρόπο να συναινεί σε ένα μίνιμουμ θέσεων. Στις υπόλοιπες θα πρέπει να συμφωνεί ότι θα διαφωνεί ενώ όλοι σέβονται τις αποφάσεις της πλειοψηφίας. Η εναλλακτική πρακτική είναι η επιβολή απόψεων από ισχυρές ομάδες εντός του κινήματος – πρακτική η οποία θα ακυρώσει τον ίδιο το σκοπό του. Αυτό που απαιτεί αυτή η συναίνεση (για να χρησιμοποιήσουμε και το buzzword των ημερών), λέγεται πολιτική.

Η έλλειψη πολιτικής συνείδησης φαίνεται από ορισμένα σημερινά γεγονότα, το πιο χαρακτηρηστικό απο τα οποία είναι η πρόταση στη Συνέλευση να απαγορευτεί η Χρυσή Αυγή. Καταρχήν,σε μία δημοκρατία δεν ποινικοποιούνται οι απόψεις – όσο ακραίες και αν είναι – αλλά οι πράξεις. Επιπλέον η Χρυσή Αυγή εξελέγη στο δήμο της Αθήνας λόγω γενικής αποχής. Δεν μπορείς όμως να είσαι απολιτίκ στις εκλογές και να συνεχίσεις να παριστάνεις τον απολιτικ ενώ ζητάς απαγόρευση της πολιτικής δραστηριότητας των άλλων.

Τέλος αυτοί που ζητάνε εξάλειψη της εξουσίας θα πρέπει να προσέξουν τι εύχονται. Πρώτον έχουμε τα μαθήματα της ιστορίας: την Γαλλική Επανάσταση ακολούθησε ο Τρόμος και η Επιτροπή Δημόσιας Ασφάλειας. Προς το παρόν τα πράγματα είναι ειρηνικά, αλλά αν για κάποιο λόγο οξυνθούν τα πνεύματα και μπούμε στην λογική της αντεκδίκησης, τότε απουσία κεντρικής εξουσίας θα έχουμε απλώς μία ομάδα (ή ομάδες) να επιβάλλουν το δίκαιο τους. Δεύτερον, και πιο πρακτικά,  όταν ζεις εκτός του νόμου δεν απολαμβάνεις την προστασία του. Αρα όταν οξυνθούν τα πνεύματα (και είναι νομοτελειακό ότι θα οξυνθούν), οι Αγανακτησμένοι θα έχουν δύο επιλογές: είτε θα πρέπει να ζητήσουν την προστασία της αστυνομίας είτε να αναλάβουν δράση μόνοι τους. Στην τελευταία περίπτωση όμως, πάει περίπατο η ειρηνική φύση της διαμαρτυρίας. Αν κανείς δεν θέλει να αυτοδικήσει πρέπει να αποταθεί σε μια ανώτερη αρχή για προστασία. Αυτή είναι η θεσμοθετημένη εξουσία. Και αν θέλει να την καταλύσει και όχι να την διαμορφώσει τότε πρέπει να υποστεί και τα χειρότερα.

Guest Post: Ζητείται πολιτική συνείδηση

submitted by MK

Εδώ και ένα χρόνο παρακολουθούμε, σχεδόν ανήμποροι, τους καρπούς τόσων χρόνων διαφθοράς, δημοσιονομικών προβλημάτων αλλά και σαθρών σχέσεων εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Στα ΜΜΕ ξετυλίγεται ένα τρίπτυχο που περιλαμβάνει όλα τα επίπεδα που χτυπάει αλλά και από τα οποία ξεκινάει η κρίση, όπως την γνωρίζουμε σήμερα.

Σε ευρωπαϊκό επίπεδο ξέρουμε ότι η Ελλάδα, από την ένταξή της στην ΕΕ και μετά, έφαγε με χρυσά κουτάλια. Η μία όψη του νομίσματος λέει ότι όλοι, λίγο πολύ, κάναμε τα στραβά μάτια μπροστά στο προφανές και άρα φταίμε αποκλειστικά για την κατάσταση στην οποία έχουμε περιέλθει. Η άλλη όψη, ωστόσο, σημειώνει -με ψιλά γράμματα πολλές φορές- ότι αφενός στην ΕΕ δεν υπήρχε πλήρης άγνοια για το τι συμβαίνει στην Ελλάδα και αφετέρου το πρόβλημα της Ελλάδας εντάσσεται σε ένα γενικότερο πλαίσιο δομικών προβλημάτων της Ε.Ε. τα οποία ξεπερνούν την ικανότητα της Ελλάδας να τα αντιμετωπίσει μόνη της. Πολλοί μιλούν για κατάλυση της δημοκρατίας στην Ευρώπη, καθώς οι δανειοδότες επιβάλλουν στους δανειολήπτες, πότε θα κάνουν εκλογές, πώς θα διαχειριστούν τα δημοσιονομικά της εκάστοτε χώρας, πόσο θα κόψουν από μισθούς, συντάξεις κ.ο.κ. Άλλοι απαντούν ότι όλα αυτά στηρίζονται σε ένα λογικό επιχείρημα που λέει ότι ο δανειοδότης πρέπει να έχει κάποιες εγγυήσεις ότι θα πάρει κάποτε τα λεφτά του πίσω, αλλιώς δεν έχει κανέναν απολύτως λόγο να δανείσει. Τα επιχειρήματα όμως, και από τις δύο πλευρές είναι ατελείωτα. Ξεκινούν από τα προαναφερθέντα, προχωρούν στον ρόλο του Τύπου σε Ελλάδα και εξωτερικό και καταλήγουν στο ότι και να θέλουμε να ορθοποδήσουμε τα ίδια τα μέτρα είναι τόσο ασφυκτικά που τελικά θα αποτελέσουν τον λάκκο μας.

Σε εγχώριο επίπεδο η διχογνωμία δεν είναι μικρότερη. Οι μεν λένε ότι εδώ που φτάσαμε δεν είχαμε άλλη επιλογή, οι δε ότι ο Παπανδρέου όφειλε να κάνει πιο σκληρές διαπραγματεύσεις. Οι μεν τάσσονται κατά Σαμαρά και λοιπών πολιτικών αρχηγών, στην αδυναμία τους να συναινέσουν, οι δε ισχυρίζονται ότι κάποιος έπρεπε να βάλει φρένο στην υποδούλωση τη στιγμή που οι απλοί πολίτες νιώθουν ότι ο κόμπος έχει φτάσει στο χτένι. Ακούμε φωνές να ζητούν απολύσεις δημοσίου, με το σκεπτικό ότι δεν γίνεται να υφίσταται απολύσεις μόνο ο ιδιωτικός τομέας, άλλες να απαντούν ότι αυτό θα εκτόξευε την ήδη υψηλή ανεργία και, φυσικά, τα περαιτέρω σχόλια θέλουν τον Παπανδρέου δειλό απέναντι στο “βαθύ ΠΑΣΟΚ”. Φυσικά, οι συζητήσεις και οι διαμάχες δεν σταματούν εδώ. Διαφθορά, ευθύνες πολιτικών, ευθύνες πολιτών, η αντιπολίτευση στο επίπεδο που γίνεται τόσα και τόσα χρόνια στην Ελλάδα, ευρώ, δραχμή, είναι όλα συστατικά στο ίδιο καζάνι που βράζει. Λύσεις; Ελάχιστες.

Στη βάση της πυραμίδας βρίσκεται ο πολίτης, απελπισμένος, ξεβολεμένος,  αδικημένος, συνυπεύθυνος για την κατάσταση που επικρατεί. Τις τελευταίες μέρες οι “αγανακτισμένοι” μαζεύονται στις πλατείες, ένα πλήθος ανθρώπων αποφασισμένο να διαμαρτυρηθεί ειρηνικά. Για πρώτη φορά εδώ και πάρα πολλά χρόνια, οι Έλληνες διαμαρτύρονται δίχως να ανοίξει ρουθούνι, οι μπαχαλάκηδες παραμένουν κρυμμένοι, οι κομματικές οργανώσεις, οι συνδικαλιστές λουφάζουν μπροστά στην οργή του κόσμου. Ακόμη κι εδώ οι απόψεις διίστανται: ορισμένοι ισχυρίζονται ότι ο κόσμος δεν έχει ουσιαστικά επιχειρήματα και αντιπροτάσεις ή ότι απλά κατέβηκε στις πλατείες για να κάνει ένα μικρό πανηγυράκι σε απάντηση μιας ψευδούς είδησης που ήθελε αγανακτισμένους Ισπανούς να αποδοκιμάζουν τους άπραγους Έλληνες. Τα “πρακτικά” των συγκεντρώσεων είναι γελοία, οι αλλαγές (ή για πολλούς οι “επαναστάσεις) δεν ξεκινούν από το facebook, ο κόσμος δεν είναι αποφασισμένος να αντιμετωπίσει τη δική του ευθύνη μέσα στην κρίση και οι διαμαρτυρίες επιδεινώνουν την κατάσταση. Ωστόσο, η αλήθεια είναι ότι δεν μαζεύεται τόσος κόσμος στις πλατέιες χωρίς έρειισμα, υποκινούμενος απλώς από ένα (αληθές ή μη) σύνθημα, είναι αλήθεια ότι ο κόσμος νιώθει αδικημένος όταν πληρώνει βλέποντας άλλους να μην πληρώνουν, όταν πρόκειται να επιβληθεί φόρος στα 500 ευρώ και ίσως η πιο πικρή αλήθεια είναι ότι πρόκειται για κόσμο που ξύπνησε απότομα, μέσα σε μια κρίση η οποία όσο χτιζόταν διέφυγε από τα ΜΜΕ, και συνειδητοποίησε ότι δεν έχει πουθενά να στραφεί πολλώ δε μάλλον όταν, ύστερα από ύπνο βαθύ, δεν έχει ο ίδιος την πολιτική συνείδηση και άποψη που απαιτείται για την διεκδίκηση ουσιαστικών δομών μέσα σε ένα χάος.

Η διχογνωμία που επικρατεί σε όλα τα επίπεδα σηματοδοτεί την κατάρρευση όλων των σταθερών τόσο στον κοινωνικό όσο και στον πολιτικό τομέα και ο τελικός αποδέκτης, μέσα σε αυτή την κατάρρευση και έχοντας την ανάγκη να δει  την κατάσταση σε άσπρο ή μαύρο, δεν ξέρει από που να πιαστεί, γιατί δεν υπάρχει τίποτε που να υπόσχεται συνέχεια.